Το 1926, ο Ettore Bugatti, ιδρυτής της θρυλικής ομώνυμης εταιρείας, επιχείρησε να δημιουργήσει ένα αυτοκίνητο ταχύτερο, κομψότερο και πολυτελέστερο από κάθε σύγχρονό του. Η Type 41 Royale ήταν το αποτέλεσμα αυτής της φιλοδοξίας και προοριζόταν για την πιο εκλεκτή πελατεία, από αυτοκράτορες έως βασιλιάδες. Μάλιστα, βρετανικά δημοσιεύματα του Ιουνίου του 1926 αναφέρονταν ήδη σε αυτήν ως την «χρυσή Bugatti», πριν ακόμη καθιερωθεί η επίσημη ονομασία της.
Η Royale ήταν το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο αυτοκίνητο που είχε κατασκευάσει μέχρι τότε η Bugatti. Με μήκος άνω των 6 μέτρων και μεταξόνιο περίπου 4,3 μέτρων, διέθετε στην έκδοση παραγωγής 8κύλινδρο κινητήρα 12,8 λίτρων, ισχύος περίπου 300 ίππων. Το πρώτο πρωτότυπο είχε ακόμη μεγαλύτερο κινητήρα, χωρητικότητας 14,7 λίτρων, με προηγμένο σύστημα βαλβίδων και ξηρό κάρτερ. Παρά το βάρος των περίπου 3,5 τόνων, η τελική ταχύτητα έφτανε, σύμφωνα με την Bugatti, τα 200 χλμ./ώρα.
- Γνώρισε το MG ZS MAX, με τιμή από 18.950 ευρώ & 7 χρόνια εργοστασιακή εγγύηση!
- Αφιέρωμα «City Mode: ON»: Επιστροφή στην πόλη!
- Αποστολή στην Ουτρέχτη: Γνωρίζουμε το νέο Hyundai Tucson
- Αυτό είναι το νέο Nissan Pixo: Ηλεκτρικό και με τιμή κάτω από 16.000 ευρώ
- Ο Brad Pitt είναι ο πρωταγωνιστής στη νέα καμπάνια της Mercedes-AMG GT 4 Door Coupe (video)
Τελικά κατασκευάστηκαν μόλις έξι αυτοκίνητα, καθένα με διαφορετικό αμάξωμα και ξεχωριστή ταυτότητα. Ανάμεσα στους κατασκευαστές αμαξωμάτων που ανέλαβαν να τις διαμορφώσουν εξωτερικά, ήταν οι Weymann, Kellner, Weinberger, Binder και Park Ward.
Ξεχωριστή θέση κατέχει η Coupe Napoleon, το αρχικό πρωτότυπο που απέκτησε διαφορετικά αμαξώματα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Μετά την καταστροφή του αμαξώματος της Weymann σε ατύχημα στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Jean Bugatti ανέλαβε τη διαμόρφωση της σημερινής της μορφής. Η γυάλινη οροφή φωτίζει το χώρο των πίσω επιβατών, ενώ ο οδηγός βρίσκεται σε ξεχωριστό εμπρός τμήμα. Το αυτοκίνητο έγινε ιδιοκτησία του Ettore Bugatti και σήμερα εκτίθεται στο Musée National de l’Automobile – Collection Schlumpf, στο Mulhouse.
Η εξατομίκευση αποτελούσε βασικό στοιχείο της Royale. Ο Armand Esders, Παριζιάνος βιομήχανος υφασμάτων, ήταν ο πρώτος ιδιώτης πελάτης και παρήγγειλε το πλαίσιο 41111 με roadster αμάξωμα σχεδιασμένο από τον Jean Bugatti. Επειδή χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο μόνο την ημέρα, δεν τοποθετήθηκαν προβολείς. Η προσέγγιση αυτή προανήγγειλε, σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, τη φιλοσοφία των σημερινών προγραμμάτων Bugatti Sur Mesure και Programme Solitaire.
Το 1932, ο Ettore Bugatti ανέθεσε στον οίκο Breguet την κατασκευή εννέα μηχανικών χρονογράφων για τα τιμόνια της Royale. Με την επιγραφή «Special pour Bugatti», συνδύαζαν χρονογράφο, ταχύμετρο και είχαν απόθεμα λειτουργίας οκτώ ημερών, συνδέοντας την αυτοκινητική τεχνολογία με την υψηλή ωρολογοποιία.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση περιόρισε τη ζήτηση για ένα τόσο ακριβό και εξειδικευμένο μοντέλο. Ωστόσο, η σπανιότητά του ενίσχυσε τη συλλεκτική του αξία. Τον Νοέμβριο του 1987, η Royale με αμάξωμα Kellner πωλήθηκε από τον οίκο Christie’s στο Royal Albert Hall του Λονδίνου έναντι 5,5 εκατομμυρίων λιρών, σημειώνοντας τότε παγκόσμιο ρεκόρ δημοπρασίας για αυτοκίνητο.
Η Bugatti γιόρτασε την εκατονταετηρίδα τον Σεπτέμβριο του 2026, στο Bugatti Festival, φέρνονταν και πάλι μαζί τρεις από τις έξι Royale στην έδρα της. Μαζί με την Coupe Napoleon παρουσιάστηκαν η Royale με αμάξωμα Binder, η οποία ξεκίνησε ως roadster του Armand Esders και μετατράπηκε από τον Henri Binder σε θωρακισμένη Coupe de Ville, και η λιμουζίνα της Park Ward, που παραδόθηκε σε Βρετανό πελάτη το 1933.
Τα τρία αυτοκίνητα διατηρούν χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, όπως τα ξύλινα τιμόνια καρυδιάς και τα χειριστήρια από οστά φάλαινας. Στις μάσκες τους βρίσκεται ο ελέφαντας που φιλοτέχνησε ο Rembrandt Bugatti, αδελφός του Ettore.










