Ο Piero Taruffi υπήρξε μία από τις πλέον πολυσχιδείς προσωπικότητες στην ιστορία του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Η ευφυΐα του, η άρτια τεχνική κατάρτισή του και η σχολαστική μελέτη της συμπεριφοράς των οχημάτων που οδηγούσε τον ανέδειξαν τόσο ως έναν εξαιρετικό οδηγό αγώνων όσο και ως έναν πρωτοπόρο μηχανικό.
Φέτος, συμπληρώνονται 120 χρόνια από τη γέννησή του, καθώς γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1906 στο Albano Laziale, κοντά στη Ρώμη. Η ενασχόλησή του με τους αγώνες ξεκίνησε από την εφηβεία, με την παρότρυνση του πατέρα του, ο οποίος ήταν γιατρός. Σε ηλικία 17 ετών συμμετείχε σε αγώνα regularity μεταξύ Ρώμης και Viterbo, οδηγώντας ένα Fiat 501 S, με το οποίο μάλιστα επικράτησε.
Το 1925, ως δώρο για την αποφοίτησή του από το λύκειο, απέκτησε μια βρετανική μοτοσυκλέτα AJS 350 κ. εκ., με την οποία έκανε το αγωνιστικό του ντεμπούτο στην ανάβαση του Monte Mario, κατακτώντας τη νίκη. Παράλληλα με τις αγωνιστικές του δραστηριότητες, σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός, αξιοποιώντας τις γνώσεις του για να εξελίσσει τις τεχνικές του ιδέες.
- Γνώρισε το MG ZS MAX, με τιμή από 18.950 ευρώ & 7 χρόνια εργοστασιακή εγγύηση!
- Αφιέρωμα «City Mode: ON»: Επιστροφή στην πόλη!
- Αποστολή στην Ουτρέχτη: Γνωρίζουμε το νέο Hyundai Tucson
- Αυτό είναι το νέο Nissan Pixo: Ηλεκτρικό και με τιμή κάτω από 16.000 ευρώ
- Ο Brad Pitt είναι ο πρωταγωνιστής στη νέα καμπάνια της Mercedes-AMG GT 4 Door Coupe (video)
Το 1931 ο Enzo Ferrari εντόπισε το ταλέντο του και τον ενέταξε στην αγωνιστική του ομάδα, εγκαινιάζοντας μια σχέση με αρκετές διακυμάνσεις, η οποία θα χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της καριέρας του. Ο Taruffi αναδείχθηκε γρήγορα στους αγώνες μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Ιταλικό Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1932 και συμμετέχοντας σε σημαντικές διεθνείς διοργανώσεις, όπως το Grand Prix Εθνών στη Monza στην κατηγορία 500 κ. εκ. με μία Norton.
Το 1934, ωστόσο, ένα σοβαρό ατύχημα στο Grand Prix της Τρίπολης στη Λιβύη, που του προκάλεσε κατάγματα στο χέρι και στο πόδι, απείλησε την καριέρα του. Ο ίδιος περιέγραψε χαρακτηριστικά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν μετά την έξοδό του από την κλινική: «Όταν έφυγα από την κλινική, η γάμπα μου ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου καλυμμένη από ένα πολύ λεπτό πλαστικό, αποτελούμενο από 80 κομμάτια δέρματος που είχαν αφαιρεθεί από τους μηρούς μου. Η άρθρωση του αριστερού χεριού μου, η οποία παρέμεινε σε γύψο και σε έκταση για περισσότερο από δύο μήνες, δεν μπορούσε πλέον να λυγίσει. Δεν κατάφερνα να δέσω τη γραβάτα μου, αλλά μπορούσα να κρατήσω με τεντωμένο το χέρι το τιμόνι ενός αυτοκινήτου και αυτό ήταν αρκετό για μένα».
Ο Enzo Ferrari του έδωσε ξανά την ευκαιρία να αγωνιστεί σε μια ανάβαση από το Vermicino έως τη Rocca di Papa, κοντά στη Ρώμη, παρότι δεν είχε ακόμη αναρρώσει πλήρως. Από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1950, ο Taruffi αγωνίστηκε με μερικές από τις σημαντικότερες αυτοκινητοβιομηχανίες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Alfa Romeo, Bugatti, Cisitalia, Ferrari, Lancia, Maserati και Mercedes.
Στη Formula 1 συμμετείχε σε 18 Grand Prix που προσμετρούσαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών, κατακτώντας τη νίκη στο Grand Prix Ελβετίας του 1952 με τη Ferrari 500 και ανεβαίνοντας τέσσερις ακόμη φορές στο βάθρο. Ανάμεσα στις διακρίσεις του ξεχώρισε και η 2η θέση που κατέλαβε με τη Mercedes στη Monza το 1955, σε ηλικία 49 ετών. Πέραν από τη Formula 1, επικράτησε επίσης στο Ulster Trophy και στο Grand Prix Παρισιού το 1952, αμφότερες τις φορές με αυτοκίνητα της Ferrari.
Ιδιαίτερα πλούσια ήταν και η παρουσία του στους αγώνες αντοχής. Το 1951 κατέκτησε τη νίκη στη φοβερή και τρομερή Carrera Panamericana της Αργεντινής μαζί με τον Luigi Chinetti, οδηγώντας μια Ferrari 212 Inter, ενώ το 1954 επικράτησε στο θρυλικό Targa Florio με μία Lancia D24. Στις σημαντικές επιτυχίες του συγκαταλέγονται επίσης η επικράτησή του στον Γύρο της Σικελίας το 1955 με τη Ferrari 118 LM καθώς και η νίκη του στα 1000 Xλμ. του Nürburgring το 1956 με μια Maserati 300 S, την οποία μοιράστηκε με τους Harry Schell, Jean Behra και Stirling Moss. Συνολικά, η αγωνιστική του πορεία περιλάμβανε 44 νίκες σε 162 αγώνες αυτοκινήτου και 23 νίκες σε 42 αγώνες μοτοσυκλέτας.
Η διοργάνωση με την οποία συνδέθηκε περισσότερο το όνομά του ήταν, ωστόσο, ο άλλος θρυλικός αγώνας της Ιταλίας, το Mille Miglia. Συμμετείχε 15 φορές, από το 1930 έως το 1956, χωρίς όμως να καταφέρει να κατακτήσει τη νίκη στη γενική κατάταξη. Το 1933 τερμάτισε 3ος με μια Alfa Romeo της Scuderia Ferrari, ενώ το 1934 και το 1938 κατέκτησε νίκες στην κατηγορία του με αυτοκίνητα των Maserati και Fiat, αντίστοιχα.
Σε ηλικία 50 ετών, ο Taruffi, γνωστός και ως «Volpe Argentata» (ασημένια αλεπού), εξαιτίας των γκρίζων μαλλιών του που είχαν ασπρίσει πρόωρα, άρχισε να αισθάνεται το βάρος των χρόνων και των κινδύνων των αγώνων. Η οικογένειά του τον παρότρυνε να αποσυρθεί, ωστόσο εκείνος είχε ακόμη ένα όνειρο: να κερδίσει το Mille Miglia. Ο Enzo Ferrari τού παραχώρησε μια Ferrari 315 S για τον αγώνα του 1957, υπό την προϋπόθεση ότι, εφόσον επικρατούσε, θα αποσυρόταν από την ενεργό δράση.
Η Ferrari κυριάρχησε στη διοργάνωση, με τον Peter Collins να προηγείται στο σημείο ελέγχου της Bologna, έχοντας πίσω του τον Taruffi και τον Wolfgang von Trips. Ο Collins αντιμετώπισε μηχανικά προβλήματα, αφήνοντας τον Taruffi με ουσιαστικό αντίπαλο τον von Trips. Όπως περιέγραψε ο ίδιος ο Enzo Ferrari στο βιβλίο του «Piloti, che gente», τον ενθάρρυνε να συνεχίσει, παρά τη σωματική του κόπωση και την αίσθηση ότι το αυτοκίνητό του δεν απέδιδε πλέον όπως στην αρχή της διαδρομής.
O Ferrari είχε γράψει: «Όταν έφτασε, μου είπε ότι αισθανόταν σημαντική σωματική κόπωση. Επιπλέον, έλεγε ότι το αυτοκίνητό του δεν ήταν πλέον τόσο αποδοτικό όσο στο πρώτο μέρος της διαδρομής. Τον ενθάρρυνα: “Πρέπει να συνεχίσεις, γιατί μπορεί να κερδίσεις”. Τον ενημέρωσα γρήγορα ότι είχε περάσει ο Collins, αλλά αντιμετώπιζε μηχανικά προβλήματα. Πίσω του βρισκόταν μόνο ο von Trips. Έπρεπε, λοιπόν, να συνεχίσει, ενώ θα μιλούσα εγώ στον von Trips. Και ο von Trips σεβάστηκε την εντολή, ακόμη και όταν είδε και έφτασε τον Taruffi, αποφεύγοντας να εμπλακεί μαζί του σε μια μάχη που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εγκατάλειψη ενός εκ των δύο».
Έτσι, ο Taruffi κατέκτησε τελικά τη νίκη στο τελευταίο Mille Miglia που πραγματοποιήθηκε ποτέ, καθώς η διοργάνωση απαγορεύτηκε οριστικά μετά το τραγικό δυστύχημα του Alfonso de Portago στο Guidizzolo. Με αυτόν τον τρόπο, ο Taruffi ολοκλήρωσε το όνειρό του και τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει στη σύζυγό του, Isabella.
Ο ίδιος ο Ferrari, με τη χαρακτηριστική του ειρωνεία, δεν παρέλειψε να σχολιάσει αργότερα τη συμπεριφορά του Taruffi, ο οποίος σε μεταγενέστερη συνέντευξή του υποστήριξε ότι είχε δώσει σκληρή μάχη με τον von Trips, ισχυριζόμενος ότι ο Γερμανός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον προσπεράσει. Ο von Trips είχε στο μεταξύ χάσει τη ζωή του σε δυστύχημα στο GP Ιταλίας της Formula 1 στη Monza το 1961.
Πέρα από τις αγωνιστικές του επιτυχίες, ο Taruffi ξεχώρισε για τη σχεδιαστική και μηχανολογική του δραστηριότητα. Ως μοτοσυκλετιστής, το όνομά του συνδέθηκε με τη Norton με την οποία αγωνιζόταν και την οποία είχε τροποποιήσει ο ίδιος, καθώς και με τη ρωμαϊκή «Rondine», η οποία, μετά από διάφορες εξελίξεις, μετατράπηκε στη διάσημη 4κύλινδρη Gilera 500, που θεωρείται μία από τις πρώτες μοτοσυκλέτες της σύγχρονης εποχής.
Τα πρώτα του βήματα αφορούσαν την εφαρμογή ορισμένων απλών αεροδυναμικών αρχών στη Norton 500, σε συνδυασμό με μια αναθεώρηση του πλαισίου με βάση επιστημονικά κριτήρια. Αυτό έκανε τη μοτοσυκλέτα του την ταχύτερη της κατηγορίας 500 κ. εκ. στην Ιταλία. Στο πρόγραμμα «Rondine», ο Taruffi ανέλαβε να βελτιώσει το πλαίσιο και την υπερπλήρωση.
Στην Gilera, εκτός από τη θέση του αθλητικού διευθυντή, κατείχε και τη θέση του διευθυντή του πειραματικού τμήματος, γεγονός που τον οδήγησε να συμμετάσχει ενεργά στην κατασκευή της μοτοσυκλέτας Rondine-Gilera, η οποία σημείωσε το παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητας το 1937, αγγίζοντας τα 275 χλμ./ώρα στον αυτοκινητόδρομο μεταξύ Μιλάνο και Μπέργκαμο.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Taruffi εργάστηκε για την Cisitalia ως μηχανικός και δοκιμαστής, οδηγώντας στην πίστα το μονοθέσιο D46 στα τέλη του 1946, καθώς και τα spider και coupe που σχεδίασε ο Giovanni Savonuzzi για το Mille Miglia του 1947.
Η πιο σημαντική όμως δημιουργία του, ήταν το πρωτοποριακό αυτοκίνητο σε διάταξη δύο ατράκτων, γνωστό ως Bisiluro (διπλή τορπίλη) και με την ονομασία Tarf, προς τιμήν του δημιουργού του. Η ιδέα ενός οχήματος με δύο ξεχωριστά αμαξώματα δεν ήταν καινούργια, καθώς είχε προηγουμένως ασχοληθεί με αυτήν και ο Γερμανός σχεδιαστής Reinhard von Koenig-Fachsenfeld.
Ο Taruffi, ωστόσο, κατάφερε να εξελίξει τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, συνδυάζοντας την αεροδυναμική με την καινοτόμο μηχανολογική προσέγγιση. Για μήνες εργάστηκε στο γκαράζ του στη Ρώμη, μαζί με τον φίλο του Carlo Giannini, προκειμένου να κατασκευάσει το πρώτο Tarf1, το οποίο παρουσιάστηκε το 1948.
Το όχημα ζύγιζε μόλις 300 κιλά και αποτελούνταν από δύο αλουμινένιες ατράκτους σε σχήμα πυραύλου, οι οποίες συνδέονταν με λεπτούς μεταλλικούς σωλήνες και μια μεταλλική ράβδο, ενώ στο πίσω μέρος διέθετε αεροτομή. Στην αριστερή άτρακτο βρίσκονταν ο οδηγός, τα χειριστήρια και τα ρεζερβουάρ καυσίμου, ενώ στη δεξιά τοποθετήθηκε αρχικά ένας κινητήρας Guzzi 500 κ. εκ., ο οποίος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από έναν Gilera 350 κ. εκ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το εξελιγμένο Tarf2 απέκτησε έναν 4κύλινδρο κινητήρα Maserati 1.720 κ. εκ. με δύο υπερπληρωτές.
Το Bisiluro διέθετε τέσσερις τροχούς και ένα ασυνήθιστο σύστημα διεύθυνσης με διπλό χειριστήριο, αντί για συμβατικό τιμόνι, λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χώρου. Η αεροτομή ανάμεσα στις δύο ατράκτους συνέβαλλε στη βελτίωση της πρόσφυσης. Για τα ελαστικά, ο Taruffi επέλεξε ελαφριά ελαστικά μοτοσυκλέτας της Pirelli, με την οποία είχε συνεργαστεί στο project της Gilera Rondine το 1937.
Τον Δεκέμβριο του 1948, ο Taruffi παρουσίασε το Bisiluro σε ένα τμήμα του αυτοκινητοδρόμου Μπέργκαμο-Μπρέσια. Ένα κινηματογραφικό ρεπορτάζ του Ινστιτούτου Luce, που γυρίστηκε στις αρχές του μήνα, κατέγραψε το ασημένιο όχημα, το οποίο, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, «μοιάζει ακόμη με αεροπλάνο πάνω στο φορτηγό, πράγματι θα το δούμε να πετά, αλλά πάνω σε έναν αυτοκινητόδρομο». Οι εικόνες έδειχναν τέσσερις μηχανικούς να σηκώνουν με ευκολία το ιδιαίτερο όχημα, το οποίο στο έδαφος έμοιαζε, όπως σχολίαζε ο δημοσιογράφος, με ένα μικρό παιχνίδι.
Ο 42 ετών τότε Taruffi μπήκε στο μικρό cockpit και, αφού πραγματοποίησε μερικούς γύρους προθέρμανσης, ξεκίνησε τις μετρήσεις ταχύτητας. Με εν κινήσει ξεκίνημα, κατάφερε να φτάσει τα 300 χλμ./ώρα, επιτυγχάνοντας ένα ιστορικό επίτευγμα, καθώς μέχρι τότε κανένα αυτοκίνητο αντίστοιχης ισχύος δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει την ταχύτητα μιας μοτοσυκλέτας. «Ήταν, λοιπόν, μεγάλη η ικανοποίησή μου όταν δοκίμασα το αυτοκίνητο. Η ταχύτητα που πέτυχε όχι μόνο έφτασε, αλλά ξεπέρασε κατά πολύ εκείνη της μοτοσυκλέτας», είχε δηλώσει ο ίδιος.
Η αναζήτηση της υψηλότερης δυνατής ταχύτητας συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Στις 20 Μαρτίου 1951, ο Taruffi επέστρεψε στη Fettuccia di Terracina, ένα τμήμα της κρατικής οδού SS7 που συνδέει την Cisterna di Latina με την Terracina, έχοντας πλέον στη διάθεσή του τον 4κύλινδρο κινητήρα Maserati των 1.720 κ.εκ.. Παρά τον απειλητικό άνεμο που φυσούσε στην περιοχή, μετά την αντικατάσταση των μπουζί και των ελαστικών, ανέπτυξε ταχύτητα 313 χλμ./ώρα, σημειώνοντας παγκόσμιο ρεκόρ.
Στη συνέχεια, το Bisiluro κατέγραψε και άλλες επιδόσεις στην πίστα του Montlhéry στη Γαλλία και στη Monza. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, το όχημα είχε συμβάλει στην κατάρριψη περίπου 20 ρεκόρ ταχύτητας, καθιερώνοντας τον Taruffi ως μία από τις σημαντικότερες μορφές στην εξέλιξη της αεροδυναμικής και της μηχανολογίας των αγωνιστικών αυτοκινήτων.
Η σύνδεσή του με την ταχύτητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη και με τη Via Appia Antica, τη ρωμαϊκή οδό που κατασκευάστηκε το 312 π.Χ. και είναι γνωστή ως «βασίλισσα των δρόμων». Ο Taruffi την επέλεξε συνειδητά ως πεδίο δοκιμών για ορισμένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματά του, αξιοποιώντας την ίδια περιοχή και τη μεγάλη ευθεία της Fettuccia di Terracina ως υπαίθρια εργαστήρια, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1952-1954.
Πέρα από τη δράση του ως οδηγός και μηχανικός, ο Taruffi υπήρξε και συγγραφέας τεχνικών βιβλίων και εγχειριδίων οδήγησης. Το έργο του «L’arte di guidare» (Η τέχνη της οδήγησης) περιλάμβανε αναλυτικές οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο οι οδηγοί μπορούσαν να προσεγγίζουν τις στροφές και να διαχειρίζονται τις διαφορετικές συνθήκες ενός αγώνα.
Το βιβλίο αποτέλεσε απαραίτητο ανάγνωσμα για τους νέους οδηγούς της εποχής και εξακολουθεί να θεωρείται πολύτιμη πηγή για την κατανόηση της δυναμικής της σπορ οδήγησης. Μετά την αποχώρησή του από τους αγώνες, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον μηχανοκίνητο αθλητισμό μέσα από την τεχνική του εργασία και τη συγγραφική του δραστηριότητα, έχοντας κερδίσει τον σεβασμό για την ακεραιότητα και το αγωνιστικό του πνεύμα. Έφυγε από τη ζωή στις 12 Ιανουαρίου 1988.
Τώρα, η ζωή και το έργο του Taruffi επιστρέφουν στο προσκήνιο μέσα από μια έκθεση αφιερωμένη στην κληρονομιά του. Για πρώτη φορά, το προσωπικό του αρχείο παρουσιάζεται στο κοινό, χάρη στον συλλέκτη Corrado Lopresto, ο οποίος το απέκτησε από την κόρη του, Prisca Taruffi, και το ενέταξε στην εκτενή συλλογή ιστορικών αυτοκινήτων του.
Η έκθεση, η οποία θα πραγματοποιηθεί από τις 8 Οκτωβρίου έως τις 8 Νοεμβρίου στην Casale di Santa Maria Nova, στη Via Appia Antica, περιλαμβάνει ημερολόγια, τεχνικά σχέδια, μοντέλα αεροδυναμικής σήραγγας, συμβόλαια, τηλεγραφήματα, φωτογραφίες, προσωπικά αντικείμενα και τρόπαια, πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Μέσα από αυτό το υλικό, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν άγνωστες πτυχές της ζωής του «Ιπτάμενου Μηχανικού», να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των ιδεών του και να ανακαλύψουν τις τεχνικές καινοτομίες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του μέλλοντος της αυτοκίνησης.
Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της μνήμης του διαδραματίζει η κόρη του, Prisca Taruffi, οδηγός αγώνων, δημοσιογράφος και συγγραφέας, η οποία συνεχίζει να προβάλλει το έργο του πατέρα της και διοργανώνει κάθε χρόνο την εκδήλωση «La Volpe Argentata». Η παρουσία της στην έκθεση προσδίδει μια προσωπική διάσταση στην ιστορική αφήγηση, καθώς θα μοιραστεί αναμνήσεις, μαρτυρίες και περιστατικά που έζησε δίπλα στον πατέρα της, διατηρώντας ζωντανή την κληρονομιά ενός ανθρώπου που συνέδεσε την αγωνιστική τόλμη με την τεχνική πρωτοπορία.
Αξίζει, τέλος να αναφερθεί ότι η γνωστή -και σεβαστή για την πρόκληση που αποτελεί- πίστα της Vallelunga, η οποία βρίσκεται 32 χλμ. βόρεια από τη Ρώμη, φέρει το όνομα του Piero Taruffi.














