Οδηγούμε τη νέα Mercedes-Benz GLC 300 de

Η GLC 300 de αποδεικνύει ότι η Mercedes γνωρίζει καλά την τέχνη των diesel και ειδικά όταν πρόκειται για Plug-in υβριδικές εκδόσεις τους, επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της.

Οδηγούμε τη νέα Mercedes-Benz GLC 300 de

Η GLC 300 de αποδεικνύει ότι η Mercedes γνωρίζει καλά την τέχνη των diesel και ειδικά όταν πρόκειται για Plug-in υβριδικές εκδόσεις τους, επιβεβαιώνοντας την υπεροχή της.

Η Mercedes-Benz έχει κάτι ξεχωριστό όσον αφορά τις εκδόσεις diesel Plug-in Hybrid. Κανένας από τους συνηθισμένους ανταγωνιστές της δεν έχει να αντιτάξει κάποια ανάλογη έκδοση στην κατηγορία, αφήνοντας τη νέα GLC 300 de χωρίς έντονο ανταγωνισμό.

Έτσι, μήπως η έλλειψη ανταγωνισμού έκανε αυτή την diesel Plug-in υβριδική… μαλθακή; Λοιπόν, η GLC και όλες οι εκδόσεις της διατηρούν τον τίτλο του παγκόσμιου best seller της Mercedes, με την πίεση να είναι αρκετά έντονη.

Δοκιμάζουμε την έκδοση GLC 300 de στην κορυφαία εκδοχή της με το πακέτο AMG Line. Η άλλη έκδοση είναι η Avantgarde και αμφότερες είναι διαθέσιμες σε όλο το εύρος της γκάμας του μοντέλου.

Όπως κάθε GLC, κάτω από το καπό υπάρχει ένας 4κύλινδρος εξηλεκτρισμένος κινητήρας. Εδώ συναντάμε τον υπερτροφοδοτούμενο diesel των 2,0 λίτρων, με απόδοση 197 ίππων. Ο ηλεκτρικός κινητήρας αποδίδει 100 kW (136 ίππους), με τη συνδυαστική ισχύ να φτάνει τους 335 ίππους. Η ροπή του ηλεκτροκινητήρα είναι 440 Nm με τη συνδυαστική να φτάνει την εντυπωσιακή τιμή των 750 Nm.

Ο πετρελαιοκινητήρας αποδίδει τη μέγιστη ισχύ του ανάμεσα στις 1.800 σ.α.λ. και 2.800 σ.α.λ. και στους τέσσερις τροχούς. Κάτω και πάνω από αυτό το όριο, η ηλεκτροκινητήρας αναπληρώνει κάθε κενό με τη μετάβαση στην παροχή ισχύος να είναι απρόσκοπτη. Αν θέλεις να εξερευνήσεις τα όρια θα διαπιστώσεις ότι η επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα είναι πιο αργός από αυτόν της προκατόχου της.

Πιο συγκεκριμένα χρειάζεται 6,2 δευτερόλεπτα, χρόνος που δεν είναι σε καμία περίπτωση αργός, αλλά αναμένεται να έχει αρκετή απόσταση από τις επερχόμενες σπορ εκδόσεις AMG. Το αυτοκίνητο της δοκιμής μας εξοπλίζονταν με το προαιρετικό ηχοσύστημα Burmester με 15 ηχεία, το οποίο αποδίδει ένα ωραίο βαθύ μπάσο ήχο. Μην ανησυχείτε όμως, αυτός μπορεί να απενεργοποιηθεί, αν δεν σας αρέσει ο ψεύτικος ήχος του κινητήρα.

Η GLC 300 de είναι κατά 60 κιλά πιο βαριά από την αντίστοιχη έκδοση βενζίνης 300 e, αγγίζοντας τα 2.415 κιλά. Η Mercedes-Benz κατάφερε να καμουφλάρει αυτό το βάρος, αντισταθμίζοντας την αίσθηση, με ένα άμεσο, καλά ζυγισμένο τιμόνι και ένα κινητήριο σύνολο που διακρίνεται για την καλή απόκριση, ενώ και το αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων 9 σχέσεων αλλάζει γρήγορα σχέσεις με τη χρήση των paddles. Ωστόσο, σε ένα σφιχτό, κλειστό κομμάτι με στροφές θα παρουσιαστούν κάποιες κλίσεις του αμαξώματος.

Οποιαδήποτε έκδοση της GLC δείχνει να αρέσκεται στον ανοιχτό δρόμο, με υψηλές ταχύτητες, αναδεικνύοντας την ταξιδιάρικη φιλοσοφία του μοντέλου. Εμείς δοκιμάσαμε την GLC 300 de, με την ενεργή αερανάρτηση, η οποία δεν θα είναι διαθέσιμη σε όλες τις αγορές, αφού η βασική έκδοση εφοδιάζεται με συμβατική ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων. Ακόμα και στην πιο σφιχτή ρύθμιση Sport, η ποιότητα κύλισης ήταν… μεταξένια, κάτι που αναμφίβολα προϊδεάζει θετικά και για την απλή ανάρτηση που πιθανότατα θα έχουμε διαθέσιμη στη χώρα μας.

Μεγάλο μέρος αυτής της ραφιναρισμένης αίσθησης που λαμβάνεις, μπορεί να αποδοθεί στην προσθήκη αυτού που η Mercedes-Benz ονομάζει «επίπεδα ηχομόνωσης S-Class». Είναι γεγονός ότι αγγίζει αυτά τα υψηλά επίπεδα και στέκεται δίπλα στις κορυφαίες επιλογές της κατηγορίας, αλλά και μεταξύ μερικών πολύ ακριβών λιμουζινών όσον αφορά την ησυχία που προσφέρει.

Για ακόμα πιο χαμηλό θόρυβο επιλέγεις το πρόγραμμα «Electric», με την αμιγώς ηλεκτρική αυτονομία, σύμφωνα με την Mercedes-Benz αγγίζει τα 130 χιλιόμετρα, περισσότερα από κάθε άλλο Plug-in υβριδικό μοντέλο που κυκλοφορεί σήμερα. Αυτό οφείλεται στη μπαταρία 31,2 kWh, η οποία αποτελεί μια μεγάλη αναβάθμιση σε σχέση με τη μπαταρία των 13,5 kWh που είχε στην προηγούμενη γενιά και πρόσφερε αυτονομία 45 χιλιομέτρων.

Αν έχεις δει το εσωτερικό της νέας C-Class, τίποτα από αυτό της νέας GLC δεν θα σε εκπλήξει. Υπάρχει μια κεντρική οθόνη αφής 11,9 ιντσών και μια ψηφιακή οθόνη 12,3 ιντσών για τον πίνακα οργάνων. Το σύστημα πολυμέσων χρησιμοποιεί το πιο πρόσφατη εξέλιξη του MBUX και είναι εξαιρετικά εύχρηστο, με όλες τις βασικές λειτουργίες να είναι εύκολες σε πρόσβαση. Το αυτοκίνητό μας είχε επίσης το προαιρετικό head-up display, το οποίο προβάλει εμπρός από το οπτικό πεδίο του οδηγού όλες τις πληροφορίες χωρίς να το αποσπά την προσοχή.

Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική. Όσον αφορά τη σχεδίαση, αυτή είναι πανομοιότυπη με μεγαλύτερων μοντέλων όπως η S-Class, όπως επίσης, ψηλά είναι και η συναρμογή και εν γένει το φινίρισμα. Η ρύθμιση των καθισμάτων και τα πλήκτρα στο τιμόνι είναι λίγο δύσκολα, ενώ η επένδυση piano black μπορεί να είναι όμορφη, αλλά φαίνονται οι δαχτυλιές και ίσως γρατζουνιές αν δεν προσέξετε.

Συνολικά όμως η καμπίνα είναι κορυφαία και ανάμεσα στις καλύτερες της κατηγορίας των premium SUV του μεγέθους της. Η ορατότητα είναι απρόσκοπτη όσον αφορά τον οδηγό, ενώ και οι πίσω επιβάτες δεν θα χρειαστεί να κάνουν εκπτώσεις στον τομέα των χώρων και παράλληλα, ο όγκος του χώρου αποσκευών είναι από μεγαλύτερος από αυτόν του ανταγωνισμού.

Συμπέρασμα

Η πιο ακριβή έκδοση της GLC θα πρέπει να είναι η καλύτερη. Είναι η πιο ισχυρή GLC, -μέχρι να παρουσιαστούν οι εκδόσεις επιδόσεων Mercedes-AMG- με τις έξτρα επιδόσεις να είναι ευπρόσδεκτες. Το σύστημα Plug-in Hybrid είναι από τα καλύτερα της αγοράς, ωστόσο, η εντυπωσιακή τεχνολογία, η αποδοτικότητα και στοιχεία που λειτουργούν ευεργετικά στον εκλεπτυσμό του χαρακτήρα έχουν προσθέσει βάρος. Είναι βελτιωμένη σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, σε όλους τους τομείς, οπότε η παγκόσμια επιτυχία της GLC φαίνεται ότι θα συνεχιστεί.

Φωτογραφίες: Auto Express

Google News icon
Ακολουθήστε το MotorOne.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη ενημέρωση!