Ο φετινός αγώνας ήταν ο 106ος στην ιστορία των 500 Μιλίων της Ινδιανάπολης. O 31 ετών Σουηδός Marcus Ericsson (που είχε αγωνιστεί στη Formula 1 μεταξύ 2014 και 2018 με τις ομάδες των Caterham και Sauber), με το μονοθέσιο της Chip Ganassi Racing, κατάφερε να επικρατήσει στον -όπως πάντα- επεισοδιακό αγώνα 200 γύρων στην οβάλ πίστα, την παλαιότερη -εν χρήσει- του κόσμου.
Ένα ατύχημα του 7 φορές Πρωταθλητή NASCAR, Jimmie Johnson στα τελικά στάδια διέκοψε τον αγώνα με κόκκινη σημαία. Το περιστατικό σήμαινε ότι ο αγώνας θα κρινόταν από ένα σπριντ μόλις δύο γύρων στο τέλος, με τον Marcus Ericsson να κάνει συνεχή ζιγκ-ζαγκ για να κόψει το slipstream των δύο οδηγών της McLaren που τον ακολουθούσαν.
Ο Ericsson πέρασε εμπρός από τις δύο McLaren με μόλις 18 γύρους να απομένουν και ήταν επικεφαλής όταν ξεκίνησε το τελικό σπριντ. Παρά την επίθεση που εξαπέλυσε ο Μεξικανός Pato O’Ward στον τελευταίο γύρο, ο Σουηδός κατάφερε να υπερασπιστεί την πρωτοπορία επιτυχώς. Ο πολύπειρος Βραζιλιάνος Tony Kanaan κατάφερε να αποσπάσει την 3η θέση από τον δεύτερο οδηγό της McLaren, τον -επίσης Σουηδό- Felix Rosenqvist.
Επικεφαλής του αγώνα για το μεγαλύτερο μέρος του ήταν ο Νεοζηλανδός 6 φορές Πρωταθλητής του IndyCar, Scott Dixon, ο οποίος όμως έκανε ένα λάθος που του κόστισε τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη νίκη στο τέλος, όταν υπερέβη το όριο ταχύτητας στο pit lane και τιμωρήθηκε με ποινή διέλευσης από αυτό. Πολλοί οδηγοί είχαν ατυχήματα, όπως οι Rinus VeeKay, Calum Illot, Romain Grosjean και Scott McLaughlin.
