Για τους φίλους της Formula 1, η Κυριακή 24 Οκτωβρίου 1976 ήταν σημαντική για δύο λόγους. Για πρώτη φορά, ένας αγώνας του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος μεταδόθηκε ζωντανά μέσω δορυφόρου από περιοχή εκτός Ευρώπης. Παράλληλα, εκείνη την ημέρα ο Βρετανός James Hunt κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο οδηγών, σε ένα από τα πιο δραματικά φινάλε στην ιστορία του σπορ.
Πενήντα χρόνια έχουν περάσει από τότε. Σήμερα, εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν τα Grand Prix, με τους σύγχρονους οδηγούς να προβάλλουν μια προσεκτικά διαμορφωμένη εικόνα, μακριά από τις υπερβολές του παρελθόντος.
- Γνώρισε το MG ZS MAX, με τιμή από 18.950 ευρώ & 7 χρόνια εργοστασιακή εγγύηση!
- Αφιέρωμα «City Mode: ON»: Επιστροφή στην πόλη!
- Αποστολή στην Ουτρέχτη: Γνωρίζουμε το νέο Hyundai Tucson
- Αυτό είναι το νέο Nissan Pixo: Ηλεκτρικό και με τιμή κάτω από 16.000 ευρώ
- Ο Brad Pitt είναι ο πρωταγωνιστής στη νέα καμπάνια της Mercedes-AMG GT 4 Door Coupe (video)
Ωστόσο, η κληρονομιά του Hunt παραμένει ζωντανή και αναμένεται να αναδειχθεί ξανά μέσα από το νέο ντοκιμαντέρ «Hunt: We Need to Talk About James», το οποίο ανακοινώθηκε ότι θα κυκλοφορήσει πριν από τα Χριστούγεννα. Μπορείτε να παρακολουθήσετε το τρέιλερ του στο παραπάνω βίντεο.
Ο Βρετανός εξακολουθεί να θεωρείται το απόλυτο σύμβολο του μποέμ οδηγού, που κάπνιζε αρειμανίως (κρύβοντας την αγαπημένη του μάρκα μέσα σε πακέτα της Marlboro, του σπόνσορα της ομάδας του, McLaren), αγαπούσε τις γυναίκες και απολάμβανε τη ζωή με την ίδια ένταση που κυνηγούσε την ταχύτητα και τη δόξα.
Ήταν ένας άνθρωπος με ακόρεστες επιθυμίες. Αγαπούσε το κόκκινο κρασί, την κοκαΐνη και τις σαρκικές απολαύσεις όσο και την ταχύτητα και τη νίκη. Με την ψηλή κορμοστασιά, τα ανακατεμένα ξανθά μαλλιά, το πλατύ στήθος και τη χαρακτηριστική αγγλική εμφάνισή του, έμοιαζε με τον Lord Flashheart της βρετανικής τηλεοπτικής κωμωδίας Blackadder, ακόμη και όταν φορούσε πυρίμαχη αγωνιστική φόρμα. Σε ηλικία μόλις 29 ετών, είχε ήδη γίνει ένας από τους πιο αγαπητούς και αναγνωρίσιμους ανθρώπους στη Μ. Βρετανία.
Από το Wellington College στην F1
Ο James Hunt γεννήθηκε στο Sutton, δύο χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν γιος χρηματιστή και φοίτησε στο Wellington College, όπου ανέπτυξε την επιτηδευμένα εκλεπτυσμένη προφορά που τον χαρακτήριζε. Ήταν ανήσυχος, ζωηρός και συχνά απείθαρχος. Σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους αστέρες του μηχανοκίνητου αθλητισμού, ξεκίνησα σχετικά αργά σε ηλικία την αγωνιστική του πορεία. Έκανε τον πρώτο του αγώνα σε επίπεδο λέσχης με ένα Mini, σε ηλικία 20 ετών. Από εκεί ξεκίνησε την άνοδό του στις κατηγορίες μονοθεσίων.
Στην πορεία απέκτησε το παρατσούκλι «Hunt the Shunt», ένα λογοπαίγνιο που παρέπεμπε τόσο στο επώνυμό του όσο και στις συχνές συγκρούσεις του. Πίσω από την εικόνα του ατρόμητου οδηγού, όμως, κρυβόταν ένας ιδιαίτερα νευρικός άνθρωπος. Πριν από τους αγώνες, το άγχος του ήταν τόσο έντονο ώστε συχνά έκανε εμετό.
Το 1973 έκανε το ντεμπούτο του στη Formula 1 με την ιδιωτική ομάδα Hesketh Racing. Ιδιοκτήτης της ήταν ο αριστοκράτης Alexander Fermor-Hesketh, Γ’ Βαρόνος του Hesketh, τον οποίο ο Hunt αποκαλούσε «The Good Lord», δηλαδή «ο καλός μας Λόρδος». Η Hesketh Racing έγινε γρήγορα γνωστή όχι μόνο για την αγωνιστική της παρουσία, αλλά και για τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της. Η ομάδα εμφανιζόταν στα Grand Prix με ελικόπτερα και Rolls-Royce, συνοδευόμενη από εντυπωσιακές γυναίκες. Στα pits, τα μοντέλα έμοιαζαν να είναι περισσότερα από τους μηχανικούς.
Η σαμπάνια έρεε άφθονη, ακόμη και χωρίς κάποιο βάθρο, ενώ τα γεύματα περιλάμβαναν αστακό και χαβιάρι. Την ίδια ώρα, οι υπόλοιπες ομάδες αρκούνταν σε πολύ πιο απλά πιάτα, όπως μακαρόνια με σάλτσα μπολονέζ. Αυτή η επιδεικτική πολυτέλεια ενοχλούσε τις πιο παραδοσιακές ομάδες, όπως η Ferrari και η Lotus. Για αυτό, η νίκη του Hunt στο Ολλανδικό Grand Prix του 1975 με τον Niki Lauda κολλημένο πίσω του με την παντοδύναμη τότε Ferrari να μην μπορεί να τον προσπεράσει για 20 γύρους, μαζί με τις άλλες οκτώ παρουσίες του Βρετανού στο βάθρο με τη Hesketh, ήταν ακόμη πιο δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τους αντιπάλους του.
Αν ο Enzo Ferrari και ο Colin Chapman ήθελαν να μάθουν το μυστικό της επιτυχίας του, θα μπορούσαν να κοιτάξουν τα μηνύματα που ήταν ραμμένα στην κόκκινη αγωνιστική φόρμα του, όπως «Sex: Breakfast of Champions» (Σεξ: Πρωινό των Πρωταθλητών), ή «Sex is a high performance thing» (Το σεξ είναι πράγμα υψηλής απόδοσης).
Το ταλέντο πίσω από την μποέμ φιλοσοφία
Παρά την εξωαγωνιστική ζωή του, ο Hunt διέθετε σπάνιο οδηγικό ταλέντο. Μπορεί η προσοχή του να μην ήταν πάντοτε στραμμένη στους αγώνες, αλλά όταν κατέβαζε την καλύπτρα του κράνους του, συγκαταλεγόταν στους ταχύτερους οδηγούς της εποχής του. Όταν ο Emerson Fittipaldi εγκατέλειψε τη McLaren για να αναλάβει την ομάδα του αδερφού του, η βρετανική ομάδα δεν είχε και πολλές εναλλακτικές λύσεις πέραν του Hunt. Με την M23, η οποία χρησιμοποιούσε κινητήρα Ford Cosworth, ο Βρετανός κατέκτησε οκτώ pole position και έξι νίκες στα 16 Grand Prix της σεζόν του 1976.
Σε μία επεισοδιακή χρονιά, με τεχνικές διαφωνίες, ακυρώσεις, αναιρέσεις ποινών και το φλογερό ατύχημα του Niki Lauda στο Nürburgring. Όλα αυτά τον οδήγησαν στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς, στην πίστα του Fuji της Ιαπωνίας. Το πρωτάθλημα του 1976 ήταν ένα από τα πιο δραματικά στην ιστορία της Formula 1. Η ιστορία της μονομαχίας του Hunt με τον Lauda, Παγκόσμιο Πρωταθλητή του 1975, μεταφέρθηκε το 2013 στη μεγάλη οθόνη από τον Ron Howard, στην ταινία «Rush».
Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, ο Lauda είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τον θάνατο στο Nürburgring. Η Ferrari 312T που οδηγούσε προσέκρουσε στις μπαριέρες και τυλίχθηκε στις φλόγες, όπου ο Αυστριακός παρέμεινε εγκλωβισμένος για περισσότερα από 50 δλ. Το γεγονός ότι ο Αυστριακός επέζησε ήταν από μόνο του εντυπωσιακό. Ακόμη πιο εκπληκτικό ήταν ότι επέστρεψε σε μονοθέσιο μόλις 39 ημέρες αργότερα, με τα εγκαύματα στο πρόσωπό του να μην έχουν επουλώσει ακόμα και να βγάζει κομμάτια δέρματος μαζί με την μπαλακλάβα του.
Παρά το ατύχημα και τις δύο απουσίες του από αγώνες, ο Lauda ταξίδεψε στην Ιαπωνία με προβάδισμα τριών βαθμών. Ο Hunt είχε κερδίσει έξι Grand Prix, έναντι πέντε του αντιπάλου του, αλλά χρειαζόταν ένα ισχυρό αποτέλεσμα στον τελευταίο αγώνα για να κατακτήσει τον τίτλο. Για τους υποστηρικτές του Lauda και τους Ιταλούς tifosi, η μάχη του ήταν ένας αγώνας ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Είχε χάσει δύο αγώνες, οι πνεύμονές του είχαν υποστεί σοβαρές βλάβες από τη φωτιά και οι επίδεσμοο γύρω από το κεφάλι του εξακολουθούσαν να στάζουν αίμα.
Από την άλλη πλευρά, οι φίλοι του Hunt και ο βρετανικός Τύπος παρουσίαζαν τον θαρραλέο Βρετανό ως τον Δαβίδ που αντιμετώπιζε τον Γολιάθ της Ferrari. Ο Lauda εκπροσωπούσε τον μεθοδικό εν ενεργεία Πρωταθλητή και την πανίσχυρη Scuderia, ενώ ο Hunt ήταν ο απρόβλεπτος οδηγός που μπορούσε να ανατρέψει το κατεστημένο. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο άνδρες έκανε την ιστορία ακόμη πιο συναρπαστική. Ο Lauda ήταν απόμακρος, οξύθυμος και τον αποκαλούσαν κομπιούτερ, πριν η πλειονότητα του κόσμου τι σημαίνει ο όρος. Αλλά ήταν… άσχημος και το προσωνύμιό του λόγω και του προγναθισμού του ήταν «αρουραίο».
Ο Hunt, αντίθετα, είχε την εμφάνιση κινηματογραφικού πρωταγωνιστή και μια αβίαστη γοητεία. Μπορούσε να εμφανιστεί σε επίσημες εκδηλώσεις με σμόκιν και να καταλήξει να κυκλοφορεί με ρούχα παραλίας, ενώ λάτρευε να κυκλοφορεί ξυπόλυτος. Η αντίληψη που είχε διαμορφωθεί ήταν ότι ο Lauda πήγαινε για ύπνο έχοντας στο μυαλό του δεδομένα τηλεμετρίας των μονοθεσίων, ενώ ο Hunt είχε πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει τα βράδια του. Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, λίγο πριν από τη μονομαχία στη Fuji, ο Hunt είχε περάσει από τη σουίτα του στο ξενοδοχείο Tokyo Hilton με 33 αεροσυνοδούς της British Airways.
Το δραματικό φινάλε
Η εκκίνηση του Ιαπωνικού Grand Prix καθυστέρησε δύο ώρες εξαιτίας ισχυρής βροχόπτωσης και ομίχλης, που έκαναν την πίστα εξαιρετικά επικίνδυνη. Κανείς δεν θεωρούσε ότι υπήρχαν οι απαραίτητες συνθήκες ασφαλείας για να ξεκινήσει ο αγώνας. Ωστόσο, η συμφωνία τηλεοπτικής μετάδοσης που είχε διαπραγματευτεί ο Bernie Ecclestone έπρεπε να τηρηθεί. Επιπλέον, το φως της ημέρας λιγόστευε, γεγονός που έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη.
Υποτίθεται ότι οι οδηγοί συμφώνησαν ότι θα έκαναν δύο γύρους και θα επέστρεφαν στα pits. Αφότου παρήλθαν οι πρώτοι αυτοί γύροι, ο Lauda ήταν ο μοναδικός από τους πρωταγωνιστές που κατευθύνθηκε προς τα pits. Ο Lauda, ο οποίος είχε επαναξιολογήσει τις προτεραιότητές του μετά την εμπειρία του ατυχήματος που είχε υποστεί δύο μήνες νωρίτερα, πήρε τη σκληρή απόφαση: «Η ζωή μου αξίζει περισσότερο από έναν τίτλο», είχε δηλώσει τότε.
Η εγκατάλειψη του Lauda άνοιξε τον δρόμο για τον Hunt. Αν ο Βρετανός τερμάτιζε στην 4η θέση ή υψηλότερα, θα κατακτούσε το Πρωτάθλημα. Ξεκινώντας από τη 2η θέση, ο Hunt προσπέρασε τον Mario Andretti και πέρασε στην πρωτοπορία. Καθώς η καταιγίδα υποχωρούσε και η πίστα άρχισε να στεγνώνει, όμως, τα ελαστικά βροχής της McLaren υπερθερμάνθηκαν. Ο Βρετανός αναγκάστηκε να εισέλθει στα pits.
Η pit stop ήταν αργό και ο τίτλος έμοιαζε να απομακρύνεται. Όταν επέστρεψε στην πίστα, βρέθηκε στην 5η θέση, με μόλις 4 γύρους να απομένουν. Με τη γνωστή τόλμη του, επιτέθηκε στα τελευταία στάδια του αγώνα και προσπέρασε τον Alan Jones της Surtees και τον Clay Regazzoni της Ferrari. Η 3η θέση ήταν αρκετή για να του χαρίσει τον τίτλο, αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε σε ποια θέση είχε τερματίσει.
Όταν επέστρεψε στα pits, ξέσπασε εναντίον της ομάδας του. Τότε, ο επικεφαλής της McLaren, Teddy Mayer, τον άρπαξε από τους ώμους και του φώναξε επανειλημμένα: «James, κέρδισες!». Ο Hunt είχε γίνει Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Η διαφορά του από τον Lauda ήταν μόλις ένας βαθμός, σε ένα από τα πιο συναρπαστικά φινάλε που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Formula 1.
Προσωπικές μάχες
Στην επιστροφή του στο αεροδρόμιο Heathrow, ο Hunt γιόρτασε με τον δικό του τρόπο. Κατανάλωσε ό,τι υπήρχε στην πρώτη θέση του αεροπλάνου και, όταν έφτασε στη Βρετανία, τον υποδέχθηκαν σαν ήρωα. Η αγωνιστική του καριέρα, ωστόσο, δεν κράτησε πολύ ακόμη. Τρία χρόνια αργότερα, το 1979, αποχώρησε από τη Formula 1 στη μέση της σεζόν, επικαλούμενος «λόγους αυτοπροστασίας».
Ακολούθησε μια δύσκολη περίοδος. Αντιμετώπισε προβλήματα με το αλκοόλ, έκανε ορισμένες λανθασμένες επενδύσεις, χώρισε από τη δεύτερη σύζυγό του και πέρασε βαθιές περιόδους κατάθλιψης. Ο έντονος τρόπος ζωής του, που κάποτε έμοιαζε να του προσφέρει απεριόριστη ελευθερία, δεν μπορούσε πλέον να καλύψει τις εσωτερικές του δυσκολίες.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του, ωστόσο, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Ερωτεύτηκε την Helen Dyson, μια φοιτήτρια καλών τεχνών, και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τις καταχρήσεις και τις υπερβολές του παρελθόντος. Ο Hunt έφυγε από τη ζωή το 1993, σε ηλικία μόλις 45 ετών, από έμφραγμα.
Ο Murray Walker, ο θρυλικός σχολιαστής της Formula 1, είχε μοιραστεί μαζί του το θάλαμο μετάδοσης του BBC στα Grand Prix από το 1980 μέχρι τον θάνατο του Βρετανού. Γνωρίζοντας τον Hunt τόσο μέσα όσο και έξω από τις πίστες, τον περιέγραψε με λόγια που συνοψίζουν τη μοναδικότητά του: «Ήταν η πιο χαρισματική προσωπικότητα που πέρασε ποτέ από τη Formula 1».
Η ζωή του James Hunt εξακολουθεί να ξεχωρίζει, επειδή συνδύαζε δύο πλευρές που σπάνια συνυπάρχουν στον σημερινό επαγγελματικό αθλητισμό: έναν εξαιρετικά ταλαντούχος οδηγός, ικανός να ανταγωνιστεί και να νικήσει τους κορυφαίους αλλά και ένα… party animal. Η ιστορία του θυμίζει μια διαφορετική εποχή της Formula 1: Όταν… το σεξ ήταν ασφαλές και οι αγώνες επικίνδυνοι. Όταν η προσωπικότητα ενός οδηγού μπορούσε να είναι εξίσου έντονη με τις επιδόσεις του στην πίστα. Ο Hunt ήταν μια προσωπικότητα που δεν χωρούσε εύκολα σε κανόνες και καλούπια.











