Η ιστορία των αδελφών Fritz και Hans Schlumpf αποτελεί μία από τις πιο εντυπωσιακές στην ιστορία του αυτοκινήτου. Μέσα σε περίπου τρεις δεκαετίες, οι δύο Ελβετοί επιχειρηματίες κατάφεραν να συγκεντρώσουν τη μεγαλύτερη και πολυτιμότερη συλλογή αυτοκινήτων στον κόσμο, με ιδιαίτερη αδυναμία στις Bugatti. Ωστόσο, η οικονομική κατάρρευση της αυτοκρατορίας τους οδήγησε τελικά τη συλλογή τους στα χέρια του γαλλικού κράτους.
Τα δύο αδέρφια γεννήθηκαν στις αρχές του αιώνα και ο πατέρας τους Carl Schlumpf δραστηριοποιούνταν ήδη στην κλωστοϋφαντουργία, ενώ η μητέρα τους Ζαν Μπέκερ καταγόταν από τη Mulhouse της Αλσατίας, όπου η οικογένεια διέθετε εξοχική κατοικία. Εκεί και φοίτησαν, πριν ακολουθήσουν διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές: ο Fritz ως πωλητής και ο Hans ως τραπεζίτης.
- Zeekr 7GT: Πρακτικό shooting brake με επιδόσεις supercar και αυτονομία έως 655 χιλιόμετρα
- Skoda Elroq: Nέα εποχή ηλεκτροκίνησης, με αυτονομία έως 717 χιλιόμετρα
- Nissan Micra: Για πρώτη φορά αποκλειστικά ηλεκτρικό με έως 416 χλμ. αυτονομίας
- MINI Aceman: Ηλεκτρικές επιδόσεις και χαρακτήρας MINI με έως 218 ίππους
- Citroen e-C3 Urban: Προσιτή ηλεκτροκίνηση, από 17.900 ευρώ
Το πάθος του Fritz για τα αυτοκίνητα εκφράστηκε ήδη πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν απέκτησε μία Bugatti Type 35B με την οποία συμμετείχε σε αγώνες. Την ίδια περίοδο, οι Schlumpf άρχισαν να επενδύουν δυναμικά στην κλωστοϋφαντουργία.
Απέκτησαν σταδιακά μετοχές σε μεγάλο εργοστάσιο νηματουργίας στο Malmerspach. Επεκτάθηκαν σε δεκάδες εργοστάσια στην Αλσατία, στις περιοχές του Ρήνου και στη βόρεια Γαλλία. Με τον εκσυγχρονισμό των μονάδων, οι επιχειρήσεις απέφεραν σημαντικά οικονομικά κέρδη.
Στις αρχές του 1957, η μητέρα του Fritz του ζήτησε να εγκαταλείψει τους αγώνες αυτοκινήτου και αυτό λειτούργησε ως καταλύτης για να αφιερωθούν οι τα αδέλφια στη συλλογή αυτοκινήτων. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς αγόρασαν ένα εργοστάσιο μαλλιού στη Mulhouse, μετατρέποντας τμήμα του σε χώρο φύλαξης των αυτοκινήτων τους.
Παράλληλα, δημιούργησαν δίπλα ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο αποκατάστασης. Όλοι οι εργαζόμενοι (αρχικά 10, που στη συνέχεια έφτασαν τους 40) ήταν υποχρεωμένοι να υπογράφουν συμφωνίες εμπιστευτικότητας, ώστε να μη διαρρεύσει το πραγματικό μέγεθος της συλλογής.
Η εποχή ήταν ιδανική, καθώς τα κλασικά αυτοκίνητα δεν είχαν ακόμη αποκτήσει μεγάλη εμπορική αξία. Το 1963 τα αδέλφια απέκτησαν τη συλλογή των 30 Bugatti του Τζον Σαίξπηρ, έναντι 85.000 δολαρίων. Ανάμεσά τους βρισκόταν και μία Bugatti Type 41 Royale, ένα από τα πιο εμβληματικά αυτοκίνητα στην ιστορία της μάρκας.
Την ίδια χρονιά, αγόρασαν και τα περιουσιακά στοιχεία του χρεοκοπημένου εργοστασίου της Bugatti, τα οποία είχαν περάσει προηγουμένως στην κατοχή της μάρκας αυτοκινήτων Hispano-Suiza. Η αγορά περιλάμβανε ακόμη 18 αυτοκίνητα, μεταξύ των οποίων την προσωπική Royale του ιδρυτή της μάρκας, Ettore Bugatti, καθώς και τεράστιο αριθμό ανταλλακτικών και αυθεντικών τεχνικών σχεδίων. Όλα φυλάχθηκαν στο εργοστάσιο της Mulhouse.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, η συλλογή είχε φτάσει σχεδόν τα 600 αυτοκίνητα, εκ των οποίων τα 151 ήταν Bugatti. Ο Fritz αποφάσισε τότε να δημιουργήσει ένα μουσείο αντάξιο της συλλογής. Το παλιό εργοστάσιο στο Mulhouse μετατράπηκε σε έναν πολυτελή εκθεσιακό χώρο.
Η επίσημη έναρξη λειτουργίας του μουσείου είχε προγραμματιστεί για το 1976, όμως η ευρωπαϊκή κλωστοϋφαντουργία βρισκόταν ήδη σε βαθιά κρίση, καθώς μεγάλο μέρος της παραγωγής μεταφερόταν στην Ασία. Οι Schlumpf αναγκάστηκαν να απολύσουν χιλιάδες εργαζομένους και τελικά να κηρύξουν πτώχευση. Τα εγκαίνια του μουσείου ακυρώθηκαν και το Μάρτιο του 1977, κατά τη διάρκεια εργατικών κινητοποιήσεων, τα συνδικάτα ανακάλυψαν τη μέχρι τότε μυστική συλλογή.
Περίπου 2.000 πρώην εργαζόμενοι κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις της Mulhouse, ενώ τα δύο αδέλφια συνοδεύτηκαν από γαλλικές αρχές στα σύνορα με την Ελβετία, στη Βασιλεία. Από εκεί και πέρα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελβετία, περνώντας τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους στο ξενοδοχείο Drei Koenige.
Στη Γαλλία κατηγορήθηκαν ότι χρησιμοποίησαν τις επιχειρήσεις τους για να χρηματοδοτήσουν το πανάκριβο χόμπι τους, ενώ για δύο χρόνια το μουσείο λειτούργησε προς όφελος των εργαζομένων. Μέχρι το 1978 είχε ήδη προσελκύσει περίπου 800.000 επισκέπτες.
Το 1979 έγινε σαφές το πραγματικό μέγεθος των χρεών της αυτοκρατορίας Schlumpf και οι πιστωτές διεκδίκησαν τη συλλογή ως μέσο αποπληρωμής των οφειλών. Το μουσείο έκλεισε προσωρινά, όμως οι γαλλικές αρχές αντιλήφθηκαν τη μοναδική πολιτιστική και τουριστική αξία του. Έτσι, το 1981 το γαλλικό κράτος απέκτησε τα αυτοκίνητα, τα κτίρια και τη γη έναντι 44 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.
Στις 10 Ιουλίου 1982 άνοιξε επίσημα τις πύλες του το μουσείου αυτοκινήτων Cité de l’Automobile και το όνομα Fritz επανήλθε το 1988. Έπειτα από πολυετή δικαστική διαμάχη, η χήρα του Fritz, Arlette, έλαβε το 1999 το υπόλοιπο αποζημίωσης ύψους 40 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, καθώς και τη συλλογή εφεδρείας με 62 αυτοκίνητα. Σήμερα, η μυθική συλλογή των Fritz και Hans Schlumpf εκτίθεται στο σύνολό της και θεωρείται από πολλούς η σημαντικότερη ενιαία συλλογή αυτοκινήτων του 20ού αιώνα που έχει διασωθεί.







