Για τη Δυτική Μακεδονία, ο λιγνίτης δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα καύσιμο. Ήταν η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε επί δεκαετίες ολόκληρη η οικονομία της περιοχής.
Τα ορυχεία, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, οι εργολαβίες, οι μικρές επιχειρήσεις, η τηλεθέρμανση των πόλεων και χιλιάδες οικογένειες συνδέθηκαν με τη λιγνιτική δραστηριότητα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την απολιγνιτοποίηση εξακολουθεί να έχει έντονο κοινωνικό και πολιτικό φορτίο.
Πίσω όμως από τη νοσταλγία για την εποχή που ο λιγνίτης θεωρούνταν συνώνυμο της ενεργειακής ασφάλειας, υπάρχει σήμερα μια πολύ πιο σκληρή οικονομική πραγματικότητα: η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη έχει γίνει εξαιρετικά ακριβή.
Και όσο ανεβαίνει το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις λιγνιτικές μονάδες να σταθούν ανταγωνιστικά στην αγορά.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η χώρα πρέπει να απομακρυνθεί από τον λιγνίτη. Είναι και πόσο θα κόστιζε σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και συνολικά στην οικονομία μια επιστροφή σε ένα μοντέλο που στηρίζεται ξανά εκτεταμένα στην καύση του.
Η απάντηση που δίνει η ΔΕΗ είναι σαφής: ο λιγνίτης δεν είναι πλέον το φθηνό εγχώριο καύσιμο του παρελθόντος και η διατήρησή του στο ενεργειακό μείγμα με τους παλιούς όρους θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια ακριβή επιλογή για τον καταναλωτή.
Ο λογαριασμός του λιγνίτη δεν σταματά στο ορυχείο
Το μεγάλο βάρος προέρχεται πλέον από τους ρύπους. Κάθε φορά που μια λιγνιτική μονάδα παράγει ηλεκτρική ενέργεια, εκπέμπει μεγάλες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα και η επιχείρηση που τη λειτουργεί υποχρεώνεται να αγοράζει αντίστοιχα δικαιώματα εκπομπών. Για τις ελληνικές λιγνιτικές μονάδες, οι εκπομπές υπολογίζονται περίπου από 1,15 έως 1,6 τόνους CO₂ ανά παραγόμενη μεγαβατώρα.
Με την τιμή των δικαιωμάτων να κινείται γύρω στα 80 ευρώ ανά τόνο, η επιβάρυνση είναι τεράστια. Στην περίπτωση της Πτολεμαΐδας V, της νεότερης και τεχνολογικά πιο σύγχρονης λιγνιτικής μονάδας της χώρας, το κόστος των ρύπων και μόνο προσεγγίζει τα 92 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Δηλαδή, πριν προστεθούν η εξόρυξη, το καύσιμο, η μισθοδοσία, οι συντηρήσεις, τα ανταλλακτικά, οι μεταφορές και τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα, η παραγωγή της μονάδας έχει ήδη επιβαρυνθεί σχεδόν όσο είναι η μέση τιμή με την οποία πωλείται το ρεύμα στη χονδρική αγορά.
Η σύγκριση δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Την προηγούμενη περίοδο, η μεσοσταθμική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα κινήθηκε κοντά στα 90 με 92 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Την ίδια στιγμή, η Πτολεμαΐδα V παρήγαγε περίπου 1 τεραβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας και εξέπεμψε 1,14 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα. Με τιμή δικαιωμάτων στα 79 ευρώ ανά τόνο, το κόστος των εκπομπών αντιστοιχούσε σε περίπου 91 ευρώ ανά μεγαβατώρα μόνο για τους ρύπους.
Με απλά λόγια, σε μια αγορά όπου η τιμή της μεγαβατώρας κινείται γύρω στα 90 ευρώ, η μονάδα μπορεί να χρειάζεται σχεδόν αυτό το ποσό μόνο για να πληρώσει τις εκπομπές της. Ό,τι ακολουθεί, από το κόστος εξόρυξης μέχρι τη λειτουργία και τη συντήρηση, προστίθεται από πάνω. Για τις παλαιότερες μονάδες, με μεγαλύτερες εκπομπές και χαμηλότερη αποδοτικότητα, η πίεση είναι ακόμη πιο έντονη.
Αυτός είναι και ο λόγος που η Πτολεμαΐδα V, παρότι αποτελεί τη νεότερη λιγνιτική επένδυση της χώρας, δεν λειτουργεί ως σταθερή μονάδα βάσης με υψηλή συμμετοχή στην παραγωγή. Η δυνατότητα να παράγει ηλεκτρική ενέργεια υπάρχει. Το ζήτημα είναι αν η λειτουργία της είναι οικονομικά συμφέρουσα σε σχέση με άλλες μορφές παραγωγής που συμμετέχουν στην αγορά.
Ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, έχει επισημάνει ότι η αμφισβήτηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού λιγνίτη δεν ξεκίνησε με την πολιτική απόφαση για απολιγνιτοποίηση.
Αντίθετα, υπήρχε ήδη αρκετά χρόνια νωρίτερα στα οικονομικά στοιχεία της ίδιας της ΔΕΗ. Όπως ανέφερε, το 2013 το κόστος του λιγνίτη στην Ελλάδα υπολογιζόταν στα 60 ευρώ, όταν στη Ρουμανία ήταν 54 ευρώ, στην Τσεχία 39 ευρώ και στη Βουλγαρία 32 ευρώ.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς στη δημόσια συζήτηση ο λιγνίτης παρουσιάζεται συχνά ως μια εύκολη λύση απέναντι στις υψηλές τιμές ενέργειας. Η πραγματικότητα είναι ότι η επιστροφή σε εκτεταμένη λιγνιτική παραγωγή δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε φθηνότερο ρεύμα. Αντιθέτως, θα αύξανε το κόστος του συστήματος και, τελικά, θα έθετε νέες πιέσεις στους λογαριασμούς των καταναλωτών και στο ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, η υποχώρηση του λιγνίτη δεν άρχισε το 2019. Η πτώση της λιγνιτικής παραγωγής είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και είχε επιταχυνθεί κατά τη δεκαετία του 2010, όταν ο συνδυασμός υψηλού κόστους, παλαιών μονάδων και αυξανόμενων επιβαρύνσεων από τους ρύπους άρχισε να αλλάζει οριστικά τους όρους του παιχνιδιού.
Στο ίδιο διάστημα, το ενεργειακό μείγμα της χώρας μεταβλήθηκε με την είσοδο περισσότερων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Ο υφυπουργός έχει υποστηρίξει ότι αυτή η αλλαγή επέτρεψε στην Ελλάδα να ενισχύσει τη θέση της στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού και, βάσει των στοιχείων που επικαλέστηκε, να αναδειχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους καθαρούς εξαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Αντίθετα, την περίοδο 2018-2019, όταν ο λιγνίτης εξακολουθούσε να έχει ισχυρό αποτύπωμα στο σύστημα, η Ελλάδα βρισκόταν στις υψηλότερες θέσεις της Ευρώπης ως προς τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας.
Από τα ορυχεία στο data center των 300 MW
Η πραγματική πρόκληση για τη Δυτική Μακεδονία, επομένως, δεν είναι να διατηρηθεί τεχνητά ένα παραγωγικό μοντέλο που έχει χάσει την οικονομική του βάση. Είναι να αντικατασταθεί από δραστηριότητες που θα δώσουν στην περιοχή νέες θέσεις εργασίας, επενδύσεις, τεχνογνωσία και προοπτική.
Αυτό είναι το σκεπτικό πίσω από το φιλόδοξο σχέδιο της ΔΕΗ για την ανάπτυξη mega data center στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου, στην Κοζάνη. Η πρώτη φάση του έργου αφορά εγκατάσταση ισχύος 300 MW, με συνολικό ύψος επένδυσης που υπολογίζεται περίπου στα 3,5 δισ. ευρώ. Η συμμετοχή της ΔΕΗ εκτιμάται κοντά στο 1,2 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο μέρος της χρηματοδότησης θα συνδεθεί με στρατηγικούς εταίρους και τη συνολική χρηματοδοτική δομή του έργου.
Η εταιρεία βρίσκεται σε συζητήσεις με μεγάλους διεθνείς ομίλους του cloud και των ψηφιακών υπηρεσιών, όπως η Google, η Meta, η AWS του ομίλου Amazon και η Microsoft. Οι εταιρείες αυτές, γνωστές ως hyperscalers, είναι εκείνες που αναπτύσσουν και χρησιμοποιούν υποδομές τεράστιας υπολογιστικής ισχύος για υπηρεσίες cloud, τεχνητής νοημοσύνης, αποθήκευσης δεδομένων και ψηφιακές πλατφόρμες.