Ο Alan Jones ήταν ο αγαπημένος οδηγός των ιδρυτών της Williams, Frank Williams και Patrick Head. Ένας πεισματάρης Αυστραλός με γερό σκαρί, ένας μαχητής που δεν τα παρατούσε ποτέ, σκληραγωγημένος όπως οι περισσότεροι Αυστραλοί που αναγκάστηκαν να φύγουν από την πατρίδα τους για να τα κυνηγήσουν το όνειρό τους στο μηχανοκίνητο αθλητισμό, ήταν μία έντονη και επιβλητική προσωπικότητα.
Στην πίστα, είχε ιδιαίτερα επιθετικό και αδίστακτο στυλ οδήγησης και αυτό ήταν μία αντανάκλαση της προσωπικότητάς του. Όταν κάποιος τον προσπερνούσε στην πίστα, το έπαιρνε προσωπικά και έβλεπε τους άλλους οδηγούς απλά ως αντικείμενα που έπρεπε να περάσει. Ήταν ένας πραγματικά σκληρός τύπος. Δεν φοβόταν να πει ανοιχτά τη γνώμη του και είχε σιδερένια θέληση. Πάλεψε σκληρά για να φτάσει στην κορυφή και η επιθετικότητά του ήταν απόρροια του δύσκολου δρόμου του μέχρι εκεί.
Όταν κατέφθασε στη Formula 1 δεν τον θεωρούσαν κάτι περισσότερο από έναν μέτριο οδηγό, έως ότου συνεργάστηκε με την ομάδα της Williams, που εκείνη την εποχή έκανε τα πρώτα της βήματα (στη δεύτερη προσπάθεια του Frank), δεν αποτελούσε ιδιαίτερα ανταγωνιστική ομάδας. Ωστόσο, με το εμπορικό δαιμόνιο του Williams, το μηχανολογικό υπόβαθρο του Patrick Head και το τσαγανό του Jones, κατάφεραν να κατακτήσουν την κορυφή του κόσμου απέναντι στα καθιερωμένα μεγαθήρια της F1. Το 1980 ο Jones χάρισε στη Williams το πρώτο της Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Formula 1 και ήταν μόλις ο δεύτερος Αυστραλός οδηγός που κατέκτησε τον τίτλο στην F1. Παραμένει μέχρι σήμερα και ο τελευταίος Αυστραλός που έχει καταφέρει κάτι τέτοιο.
- Ώρα για το νέο σου αυτοκίνητο, με 4 αμιγώς ηλεκτρικά επιβατικά μοντέλα σε τιμές που ξεκινούν από 17.900 ευρώ!
- Αφιέρωμα «Don’t Worry, Buy Happy»: Το αυτοκίνητο που σου ταιριάζει βρίσκεται εδώ!
- Πώς είναι να ζεις καθημερινά με το νέο Chery TIGGO 7 HEV; (video)
- F1: Τα ρεκόρ του Kimi Antonelli καθ’ οδόν προς τον τίτλο
- Αφιέρωμα «City Mode: ON»: Επιστροφή στην πόλη!
Ο Alan Stanley Jones γεννήθηκε στη Μελβούρνη στις 2 Νοεμβρίου 1946 και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι αγώνες αυτοκινήτου είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο πατέρας του, Stan Jones, ήταν ένας από τους κορυφαίους Αυστραλούς οδηγούς αγώνων της εποχής του, αλλά και επιτυχημένος επιχειρηματίας στον χώρο του αυτοκινήτου. Ήταν ο πρώτος Αυστραλός που επικράτησε σε -μη πρωταθληματικό- Grand Prix εκτός της πατρίδας του (το 1954 στη Νέα Ζηλανδία) και είχε κατακτήσει τη νίκη και στο GP Αυστραλίας του 1959. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 είχε δεχθεί προτάσεις για δοκιμές από τις BRM και Ferrari στην Ευρώπη, όμως προτίμησε να παραμείνει στην πατρίδα του, ώστε να φροντίσει την επιχείρηση (αντιπροσωπεία της Holden) και την οικογένειά του.
Ο Alan εμπνεύστηκε από τις επιτυχίες του πατέρα του και με την ενθάρρυνσή του ξεκίνησε να αγωνίζεται από μικρή ηλικία. Στα 15 του χρόνια είχε ήδη κατακτήσει τίτλο στα καρτ, ενώ σύντομα έδειξε τις δυνατότητές του πίσω από το τιμόνι ενός Mini και ενός μονοθεσίου Cooper, ιδιοκτησίας του πατέρα του.
Η οικονομική κρίση που έπληξε την Αυστραλία οδήγησε τον Stan Jones στη χρεοκοπία και καθυστέρησε την εξέλιξη της αγωνιστικής καριέρας του γιου του. Το 1967, ο Alan κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να ταξιδέψει στην Ευρώπη, αλλά διαπίστωσε ότι δεν είχε τα χρήματα ούτε για να αγωνιστεί στη Formula Ford. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του, αλλά το 1970 εμφανίστηκε και πάλι στο Λονδίνο έχοντας μόλις 50 λίρες στην τσέπη. Για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα, ξεκίνησε με τον συμπατριώτη του, Brian McGuire μια μικρή επιχείρηση πώλησης μεταχειρισμένων μικρών φορτηγών σε ταξιδιώτες από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Όταν η σύντροφός του, Bev, η οποία αργότερα έγινε σύζυγός του, μετακόμισε επίσης στο Λονδίνο, νοίκιασαν ένα σπίτι και εκμίσθωναν δωμάτια σε επισκέπτες.
Τα περιορισμένα κέρδη από αυτές τις δραστηριότητες χρηματοδοτούσαν τις αγωνιστικές του προσπάθειες. Ο πατέρας του, ο οποίος είχε πλέον χωρίσει, ταξίδεψε στην Αγγλία για να του συμπαρασταθεί σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόοδός του ήταν ιδιαίτερα αργή. Ο Jones δεν κατάφερε να ξεχωρίσει με ένα παλιό και ταλαιπωρημένο μονοθέσιο Formula Ford. Κατάφερε τελικά να αγοράσει ένα μονοθέσιο Formula 3, μία Lotus 41, το οποίο σκόπευε να προσαρμόσει στις προδιαγραφές της Formula 2 και να το μεταφέρει πίσω στην Αυστραλία για να το πουλήσει, προκειμένου να χρηματοδοτήσει μια σεζόν στη Formula 3. Ωστόσο, το μονοθέσιο καταστράφηκε ολοσχερώς σε ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια δοκιμών στο Brands Hatch, στο οποίο ο Jones υπέστη κάταγμα στο πόδι.
Το 1971, ο αγωνίστηκε με μια Brabham BT 28 που είχε μετατραπεί στις προδιαγραφές της BT35 στη Formula 3 και είχε μια σχετικά επιτυχημένη σεζόν, η οποία οδήγησε σε μια σειρά τεστ δοκιμών για τη March στο Silverstone. Ωστόσο, παρά την επιτυχία των δοκιμών, η March δεν του πρόσφερε θέση και το 1972 αγωνίστηκε για την GRD στη Formula 3. Ο Τζόουνς τα πήγε αρκετά καλά εκείνη τη σεζόν ώστε να παραμείνει στην GRD και την επόμενη χρονιά και με νέο χορηγό και έχασε το Πρωτάθλημα του 1973 μόνο λόγω βλάβης στον κινητήρα στον τελευταίο γύρο στο Brands Hatch.
Ωστόσο, η επιτυχία του συνοδεύτηκε από μια προσωπική τραγωδία. Λίγο πριν από τον αγώνα του Silverstone, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία μόλις 51 ετών. Όταν το φέρετρό του μεταφέρθηκε πίσω στην Αυστραλία, περιείχε το στεφάνι δάφνης που είχε τοποθετήσει πάνω του ο συντετριμμένος γιος του μετά τη νίκη του.
Το 1974, ο Jones ξεκίνησε τη σεζόν στη Formula Atlantic, αλλά θεώρησε ότι επρόκειτο για μια πολύ ερασιτεχνική προσπάθεια. Ωστόσο, μια τυχαία συνάντηση με τον Harry Stiller, τον έφερε στη θέση του οδηγού μίας March 74 του τελευταίου. Στο τέλος της σεζόν, ο Jones έκανε το ντεμπούτο του στη Formula 5000 για λογαριασμό του Stilles στον τελικό γύρο του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στο Brands Hatch, με μία Chevron B24/28 του John MacDonald. Είχε προγραμματιστεί η συμμετοχή στη Formula 5000 για το 1975. Ωστόσο, τα αρχικά σχέδια του Stiller απέτυχαν. Αλλά μετά από κάποια καθυστέρηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Jones ήταν ουσιαστικά άνεργος, ο Stiller κανόνισε την αγορά ενός μονοθεσίου F1 (μία Hesketh 308) και υπέγραψε συμβόλαιο με τον Jones για να την οδηγήσει.
Ο Jones έκανε το ντεμπούτο του στην F1 στο τραγικό GP Ισπανίας του 1975 στο Montjuic, όπου το ατύχημα του Rolf Stommelen προκάλεσε το θάνατο 5 ανθρώπων. Έπειτα από τέσσερις αγώνες στη Formula 1, η ομάδα σταμάτησε να αγωνίζεται και ο Stiller μετακόμισε στο εξωτερικό. Ωστόσο, ο 2 φορές Παγκόσμιος Πρωταθλητής Graham Hill (πατέρας του Damon) τον κάλεσε στην ομάδα του ως ως αντικαταστάτη του τραυματισμένου Stommelen. Η καλύτερη θέση που κατέκτησε με την Embassy Hill, σε τέσσερις αγώνες για την ομάδα, ήταν η 5η θέση στο Νürburgring.
Η εμφάνισή του αυτή έπεισε έναν άλλο πρώην Παγκόσμιο Πρωταθλητή (της F1 αλλά και των μοτοσυκλετών) τον John Surtees να τον προσλάβει στη δική του ομάδα για το 1976. Η συνεργασία τους όμως δεν εξελίχθηκε ομαλά. Οι δύο άνδρες δεν είχαν καλή σχέση, ενώ τα μονοθέσια της Surtees ήταν περισσότερο γνωστά για τον ιδιαίτερο σπόνσορά τους, την Durex (προκαλώντας μεγάλες αντιδράσεις στη Μ. Βρετανία, με το BBC να αρνείται να μεταδώσει τους αγώνες της F1 εκείνη τη χρονιά), παρά για την ανταγωνιστικότητά τους. Ο Jones κατάφερε να σημειώσει ορισμένα καλά αποτελέσματα, με καλύτερο την τέταρτη θέση στο Ιαπωνικό Grand Prix, στον τελευταίο αγώνα της σεζόν.
Το 1977 αρνήθηκε να συνεχίσει με τη Surtees, προτιμώντας να μείνει εκτός αγώνων παρά να παραμείνει στην ομάδα. Εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν στις ΗΠΑ, αλλά μια τραγωδία του έδωσε νέα ευκαιρία. Ο Tom Pryce έχασε τη ζωή του σε ένα φρικιαστικό δυστύχημα στο GP Νότιας Αφρικής, οδηγώντας για τη Shadow και η ομάδα επέλεξε τον Jones ως αντικαταστάτη του. Ο Αυστραλός άρπαξε την ευκαιρία. Στο Αυστριακό Grand Prix, στο τρανό Österreichring, σε έναν αγώνα με εναλλαγές βροχής και στεγνής ασφάλτου, πραγματοποίησε εξαιρετική εμφάνιση και κατέκτησε απρόσμενα την πρώτη νίκη της καριέρας του, και τη μοναδική στην πορεία της Shadow στην F1. Αυτή η επιτυχία του άνοιξε τον δρόμο για το μέλλον, καθώς κατάφερε να ολοκληρώσει τη σεζόν στην 7η θέση της βαθμολογίας.
Υπήρξε μια πρόταση από τη Ferrari για το 1978. Ωστόσο, η συμφωνία δεν προχώρησε και η Scuderia επέλεξε τελικά τον Gilles Villeneuve. Ο Jones επισκέφθηκε τότε τις εγκαταστάσεις της Williams Grand Prix Engineering. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η ομάδα του Frank Williams δεν είχε καταφέρει να σημειώσει ιδιαίτερη πρόοδο. Αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και είχε αλλάξει αρκετούς οδηγούς χωρίς να βρει τη σταθερότητα που χρειαζόταν.
Ο Αυστραλός εντυπωσιάστηκε από τη φιλοδοξία του Frank Williams, αλλά και από το προσεγμένο μονοθέσιο FW06 που είχε σχεδιάσει ο Patrick Head. Από την άλλη πλευρά, οι επικεφαλής της ομάδας είδαν στο πρόσωπο του Jones έναν οδηγό με ταχύτητα, αποφασιστικότητα και τον απαραίτητο χαρακτήρα για να οδηγήσει την ομάδα στην επιτυχία. Η συνεργασία τους απέδωσε καρπούς σταδιακά και το καλύτερο αποτέλεσμα το 1978 ήταν η 2η θέση στο GP ΗΠΑ.
Στο δεύτερο μισό της σεζόν του 1979 όμως, με τα ground effect μονοθέσια να έρχονται στο προσκήνιο, η Williams άρχισε να πρωταγωνιστεί με την FW07. Μπορεί ο έμπειρος Clay Regazzoni να κατέκτησε την πρώτη νίκη της ομάδας στο Silverstone, αλλά ο Jones ακολούθησε με τέσσερις νίκες σε πέντε αγώνες και ολοκλήρωσε το Πρωτάθλημα στην 3η θέση της βαθμολογίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για την κορυφαία σεζόν της καριέρας του.
Το 1980, ο συνδυασμός της Williams FW07B με τον Αυστραλό αποδείχθηκε σχεδόν ανίκητος. Ο Jones επικράτησε στα Grand Prix Αργεντινής, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Καναδά και ΗΠΑ, κατακτώντας με άνεση τον τίτλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Οδηγών. Η σταθερότητα ήταν ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά του. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς ανέβηκε δέκα φορές στο βάθρο, αξιοποιώντας με συνέπεια τις δυνατότητες της FW07. Στο τέλος της σεζόν συγκέντρωσε 13 βαθμούς περισσότερους από τον Nelson Piquet.
Είχε κατακτήσει επίσης τη νίκη στο GP Ισπανίας, που αφαιρέθηκε από το Πρωτάθλημα, αλλά και τον αγώνα της πατρίδας του. Έγινε ο πρώτος οδηγός που χάρισε στη Williams τον τίτλο και ο δεύτερος Αυστραλός που αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, μετά τον Jack Brabham.
Για τον Frank Williams, ο Jones αποτέλεσε το πρότυπο του οδηγού που ήθελε να έχει στην ομάδα του. Όπως είχε δηλώσει: «Ο AJ ήταν ένας πραγματικός άνδρας και ήταν πολύ ευχάριστος στη συναναστροφή. Δεν χρειαζόταν ποτέ ψυχολογική υποστήριξη, επειδή ήταν ένας πολύ αποφασιστικός και δυναμικός χαρακτήρας. Δεν χρειαζόταν κανέναν να τον προσέχει ή να τον παίρνει από το χέρι, και έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να ρωτάω έναν οδηγό αν είναι ευχαριστημένος ή αν χρειάζεται να του αλλάξω τα εσώρουχα».
Ο Jones συνήθιζε να φορά κόκκινα εσώρουχα για καλή τύχη, όμως οι επιτυχίες του δεν οφείλονταν στην τύχη. Ήταν ένας ιδιαίτερα σκληρός και μαχητικός οδηγός, που διεκδικούσε τη νίκη με επιθετικότητα και αποφασιστικότητα. Δεν έκρυβε ποτέ την προσωπικότητά του. Ως παιδί περιέγραφε τον εαυτό του ως «ένα ενοχλητικό μικρό κάθαρμα, ένα μικρό ψώνιο».
Μεγαλώνοντας, διατήρησε την ωμή και άμεση συμπεριφορά του, χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική ορθότητα. Δεν έκρυβε τη δυσπιστία του απέναντι στους ξένους και αποκαλούσε υποτιμητικά τους Γάλλους «βατράχους». Ήταν επίσης έντονα αντίθετος με το γυναικείο κίνημα για την ισότητα και παραδεχόταν ότι μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί «φαλλοκρατικό γουρούνι».
Αυτός ο συνδυασμός σκληρού χαρακτήρα, έντονου ανταγωνισμού και αμεσότητας τον έκανε μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο περιβάλλον της Formula 1. Δεν ήταν ένας οδηγός που αναζητούσε την αποδοχή των άλλων, αλλά κάποιος που προτιμούσε να εκφράζεται χωρίς φίλτρα.
Ο Patrick Head θαύμαζε το γεγονός ότι ο Αυστραλός ήταν «τόσο σκληρός και ανταγωνιστικός, σαν άγριο θηρίο, μέσα σε ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο». To 1981, στο GP Ιταλίας, κατάφερε να τερματίσει δεύτερος, παρότι οδηγούσε με σπασμένο χέρι, τραυματισμό που είχε υποστεί σε έναν μονόπλευρο καβγά με τέσσερις μεγαλόσωμους άνδρες στο Λονδίνο. Ο Alain Prost, ο οποίος ήταν πρωτοεμφανιζόμενος στη Formula 1 τη χρονιά που ο Jones κατέκτησε το Πρωτάθλημα, τον είχε χαρακτηρίσει «τον πιο φλογερό, δυνατό -ακόμη και βίαιο- οδηγό».
Η πρώτη σεζόν του ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής, το 1981, δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελε. Ξεκίνησε τη σεζόν με νίκη στο Long Beach, αλλά στο δεύτερο αγώνα, στο Ρίο της Βραζιλίας, ο team-mate του, Carlos Reutemann, αψήφησε τις εντολές της Williams να του παραχωρήσει τη νίκη, κάτι που οδήγησε σε έντονη αντιπαλότητα μεταξύ τους. Η εσωτερική σύγκρουση ενδεχομένως κόστισε και στους δύο οδηγούς την ευκαιρία να κατακτήσουν το Πρωτάθλημα.
Επίσης, αρκετά προβλήματα αξιοπιστίας περιόρισαν τις ελπίδες του Jones να επαναλάβει το κατόρθωμα του 1980. Στο φινάλε της σεζόν, όπου ο Reutemann διεκδικούσε τον τίτλο, ο Jones αγωνίστηκε σκληρά και όδευσε προς τη δεύτερη νίκη του στη χρονιά, αρνούμενος να βοηθήσει τον Αργεντινό, με αποτέλεσμα ο τίτλος να πάει στον Nelson Piquet της Brabham. Ο Jones ολοκλήρωσε το Πρωτάθλημα στην 3η θέση.
Μετά από αυτή τη σεζόν, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τη Formula 1 και να επιστρέψει στην Αυστραλία, την οποία αποκαλούσε «την καλύτερη χώρα στον κόσμο». Σκοπός του ήταν να ασχοληθεί με τη γεωργία. Ωστόσο, η οδήγηση ενός τρακτέρ δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την αδρεναλίνη ενός μονοθεσίου Formula 1 και σύντομα άρχισε να βαριέται.
Ακόμη και ένα ατύχημα με άλογο, στο οποίο έσπασε τον μηρό του, δεν τον εμπόδισε να αποδεχθεί μια πρόταση για μια έκτακτη συμμετοχή με την Arrows στο Grand Prix των Δυτικών Πολιτειών Αμερικής το 1983. Η φυσική του κατάσταση, όμως, δεν ήταν καλή. Όπως ο ίδιος παραδεχόταν, είχε παραμελήσει τη φυσική του κατάσταση, απολαμβάνοντας πολλά μπάρμπεκιου και μπίρες. Έτσι, η εμφάνισή του δεν ήταν ιδιαίτερα ανταγωνιστική.
Μια πιο ουσιαστική επιστροφή ήρθε το 1985, όταν δέχθηκε μια ιδιαίτερα ελκυστική οικονομική πρόταση για να ενταχθεί στη νέα ομάδα αμερικανική ομάδα της Beatrice στη Formula 1, γνωστή ως Team Haas Lola. Η προσπάθεια ξεκίνησε με δυσκολίες, η ομάδα δεν κατάφερε να εξελιχθεί και τελικά αποχώρησε από το Πρωτάθλημα στο τέλος του 1986. Έτσι ολοκληρώθηκε οριστικά η παρουσία του Jones στη Formula 1.
Ο Jones είχε συνεχίσει να αγωνίζεται κυρίως σε αγώνες αυτοκινήτων τουρισμού και αντοχής στην Αυστραλία. Το 1982 κατέκτησε το Πρωτάθλημα Αυστραλία GT με Porsche 935, ενώ το 1984 τερμάτισε στην 6η θέση στις 24 Ώρες του Le Mans, οδηγώντας Porsche 956B μαζί με τους Vern Schuppan και Jean-Pierre Jarier.
Το 1985 αγωνίστηκε στο Αυστραλιανό Πρωτάθλημα Αυτοκινήτων Τουρισμού με Alfa Romeo GTV6, αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια για να επιστρέψει στη Formula 1. Παράλληλα, πραγματοποίησε μία συμμετοχή στο πρωτάθλημα CART, το 1985, ανεβαίνοντας στο 3ο σκαλί του βάθρου στον αγώνα του Road America ως αντικαταστάτης του τραυματία Mario Andretti.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τη δεκαετία του 1990 επέστρεψε δυναμικά στους αγώνες τουρισμού. Κέρδισε σε αγώνα του Ιαπωνικού Πρωταθλήματος το 1987, ενώ το 1988 ανέβηκε στο βάθρο των 1.000 Χλμ. του Bathurst. Το 1993 αναδείχθηκε δεύτερος στο Πρωτάθλημα Αυστραλίας Αυτοκινήτων Τουρισμού με την ομάδα του Glenn Seton. Το 1996 δημιούργησε τη δική του ομάδα, Pack Leader Racing, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Stone Brothers Racing. Από το 1999 συμμετείχε μόνο σε αγώνες αντοχής, με τελευταίο αγώνα της καριέρας του τα 1.000 Χλμ. του Bathurst το 2002, όπου τερμάτισε 7ος.
Εκτός από την αγωνιστική του δράση, ο Jones ανέλαβε το 2005 διευθυντής της προσπάθειας της Αυστραλίας στο Πρωτάθλημα μονοθεσίων με εθνικές ομάδες A1 Grand Prix, παραμένοντας σε αυτή τη θέση έως τη διακοπή της διοργάνωσης το 2010. Την ίδια περίοδο επιχείρησε να συμμετάσχει στο Grand Prix Masters το 2005, αλλά αποσύρθηκε πριν από τις κατατακτήριες δοκιμές λόγω ενοχλήσεων στον αυχένα. Παράλληλα βοήθησε τον γιο του, Christian, να ξεκινήσει τη δική του αγωνιστική πορεία.
Μετά την οριστική αποχώρησή του από τη Formula 1, το 1986, ακολούθησε και καριέρα στην τηλεόραση. Από το 1987 έως το 2002 εργάστηκε ως σχολιαστής των αγώνων της Formula 1 για το Channel Nine, ενώ το 2013 επέστρεψε στην τηλεοπτική κάλυψη του πρωταθλήματος μέσω του Network Ten. Το 2010 επέστρεψε και στο περιβάλλον των Grand Prix με έναν επίσημο ρόλο, αναλαμβάνοντας καθήκοντα συμβούλου των αγωνοδικών της FIA σε επιλεγμένους αγώνες.

















