Η Cisitalia είναι πιθανώς ένας από τους πιο σημαντικούς κατασκευαστές αυτοκινήτων που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει ποτέ. Ιδρύθηκε από τον πλούσιο Ιταλό βιομήχανο Piero Dusio και το όνομά της ήταν ένα μερικό ακρωνύμιο που σήμαινε Compagnia Industriale Sportiva Italia.
Ήταν μία από τις δεκάδες μικρές ιταλικές εταιρείες που ιδρύθηκαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατασκεύαζαν μικρά ειδικά σπορ αυτοκίνητα χρησιμοποιώντας φθηνά, ευρέως διαθέσιμα εξαρτήματα της Fiat. Ωστόσο, ενώ πολλές από τις μηχανικές προδιαγραφές της Cisitalia ήταν κοινές με τα προϊόντα άλλων μικρών ιταλικών κατασκευαστών, όπως οι SIATA, Bandini και Abarth, ήταν η αδιαμφισβήτητη ομορφιά του αμαξώματος που την ξεχώριζε από όλα τα προηγούμενα μοντέλα και της εξασφάλισε μια θέση στην ιστορία της αυτοκινητοβιομηχανίας.
To πρώτο αυτοκίνητο της Cisitalia ήταν η D46, ένα επιτυχημένο αγωνιστικό μονοθέσιο. Κατά την παραγωγή της D46, ο Giovanni Savonuzzi, τεχνικός διευθυντής της Cisitalia από το 1945 έως το 1948, εξέλιξε τη 202, τo πρώτο αυτοκίνητο για οδική χρήση της εταιρείας, ένα grand-touring fastback το οποίο χρησιμοποιούσε τα βασικά στοιχεία και το σύστημα μετάδοσης κίνησης της D46, αλλά διέθετε ένα πραγματικά πρωτοποριακό αμάξωμα που σχεδιάστηκε από τον Savonuzzi, με τελικές βελτιώσεις στο στυλ και κατασκευή του από την Pinin Farina.
Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1947 στο Villa d’Este Gold Cup και αργότερα στην Έκθεση Αυτοκινήτου του Παρισιού. Η Cisitalia 202 ήταν διαφορετική από οτιδήποτε είχε δει κανείς μέχρι τότε, με καμπύλες γραμμές και καπό χαμηλότερο από τα φτερά. Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ο Savonuzzi σχεδίασε ολόκληρο το αμάξωμα, συμπεριλαμβανομένων των θυρών και του καπό, ως ένα ενιαίο, συνεχές σχήμα. Αυτό έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την εποχή εκείνη, όπου οι περισσότεροι σχεδιαστές σχεδίαζαν κάθε μέρος του αμαξώματος ως ξεχωριστό στοιχείο ενός παραδοσιακού σχεδιασμού τριών τμημάτων.
Η Cisitalia ξεπέρασε κατά πολύ τον στόχο της να δημιουργήσει ένα αεροδυναμικό σχήμα, το οποίο ήταν απαραίτητο εν μέρει λόγω της μέτριας ισχύος του τροποποιημένο 4κύλινδρο κινητήρα Fiat 1.100 κ. εκ. απόδοσης 60 ίππων. Ο σχεδιασμός αναγνωρίστηκε ως μια τέτοια αισθητική επιτυχία που, το 1951, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης παρουσίασε ένα 202 GT στην πρώτη του έκθεση αυτοκινήτων με τίτλο «Eight Automobiles» (Οκτώ Αυτοκίνητα), μια έκθεση που εξέταζε διαφορετικές προσεγγίσεις στο σχεδιασμό αμαξωμάτων αυτοκινήτων.
Το 1972, η Pininfarina (όνομα που γράφεται ως μία λέξη από το 1961) δώρισε μία Cisitalia 202 GT στη μόνιμη συλλογή του MoMA, όπου αποτελεί ένα πολύτιμο δείγμα της τέχνης των μηχανών. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του αμαξώματος, με την πιο εντυπωσιακή να είναι η 202 MM, που σχεδιάστηκε για την αγωνιστική σεζόν του 1947 και διακρίνεται από δύο πτερύγια στην ουρά. Το 1947, η Cisitalia τερμάτισε στη 2η, 3η και 4η θέση του εμβληματικού ιταλικού αγώνα Mille Miglia.
O θρύλος των αγώνων αυτοκινήτου Tazio Nuvolari οδήγησε το ιταλικό Rosso Red Cisitalia 202 SMM Spyder σε αυτό τον πρώτο μεταπολεμικό Mille Miglia, και ήταν επικεφαλής για τα 800 μίλια. Δυστυχώς, οι αντίξοες καιρικές συνθήκες προς το τέλος του αγώνα του κόστισαν την πρώτη θέση, όταν το αυτοκίνητό του συνάντησε μια μεγάλη λακκούβα, με αποτέλεσμα να μπει νερό στη μαγνητική ανάφλεξη, αλλά και πάλι τερμάτισε 2ος.
Ο ιδρυτής της Cisitalia, Piero Dusio, ήταν πολύ ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα του αγώνα. Προς τιμήν του επιτεύγματος του Nuvolari, ανακοίνωσε ότι όλα τα μελλοντικά 202 SMM Spyder θα ονομάζονταν 202 Nuvolari Spyder. Αυτή η απόφαση οδήγησε σε αύξηση της ζήτησης, με 20 πελάτες να παραγγέλνουν τη δική τους 202 SMM Nuvolari Spyder, όλες σε κόκκινο χρώμα.
Εκτιμάται ότι η Cisitalia παρήγαγε μόνο περίπου 150 coupe και 20 spyder μονάδες της 202, από το 1947 έως το 1952, με αμαξώματα κατασκευασμένα από τρεις ιταλικές εταιρείες: Pinin Farina, Vignale και Stabilimenti Farina.















