Σημερινό άρθρο της σύνταξης του επίσημου κινεζικού πρακτορείου ειδήσεων “Νέα Κίνα” τονίζει πως: Η κινεζική κυβέρνηση “ελπίζει” ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα “επανεξετάσει σοβαρά” την απόφασή της να προχωρήσει στην επιβολή επιπρόθετων δασμών σε κινεζικής κατασκευής ηλεκτρικά αυτοκίνητα και δεν θα κινηθεί περαιτέρω προς τη “λάθος κατεύθυνση”.
Η είδηση αυτή έρχεται ως απάντηση στην Ευρωπαϊκή Κομισιόν, η οποία απειλεί πως θα θεσπίσει επιπρόσθετους δασμούς σε όλες τις εισαγωγές ηλεκτρικών οχημάτων από την Κίνα στην Ευρώπη, οι οποίοι θα φτάνουν έως και το 48% της αξίας του οχήματος μετά τις υπάρχουσες επιβαρύνσεις.
Το Πεκίνο αντέτεινε πως θα λάβει μέτρα για να υπερασπίσει τα συμφέροντα των αυτοκινητοβιομηχανιών της, συμπληρώνοντας στο άρθρο: “Θα ήταν πιο οικονομικά αποδοτικό για την Ευρώπη να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα της Κίνας προκειμένου να αναπτύξει τη δική της βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Ο δασμός που σκέφτεται να επιβάλλει η Ευρώπη θα υπολογίζεται με βάση την επιδότηση που λαμβάνει κάθε επιχείρηση από την Κινεζική κυβέρνηση. Η Geely για παράδειγμα, η ιδιοκτήτρια εταιρεία της smart, της Lotus και της Volvo θα έχει επιπρόσθετο κόστος εισαγωγής 20% (συνολικά 30% με την υπάρχουσα επιβάρυνση), ενώ η BYD θα έχει δασμό 17,1% (συνολικά 27,1%).
Αυτή που θα πληγεί περισσότερο όμως είναι η SAIC, η εταιρεία που εξάγει την Inmotors, την Maxus και, κυρίως, την MG. Το ποσοστό σε αυτή την περίπτωση υπολογίζεται στο 38,1% και εάν υπολογίσουμε μάλιστα και την προϋπάρχουσα επιβάρυνση, ο συνολικός δασμός σκαρφαλώνει στο 48,1%.
Ωστόσο, η επιβολή επιπρόσθετων δασμών δεν υποστηρίζεται από την αυτοκινητοβιομηχανία. Επιπτώσεις από την επιβολή δασμών σε εισαγωγές κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων από την Ευρώπη μπορεί να υπάρξουν και εις βάρος των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών που παράγουν εκεί, παρατηρεί το Ινστιτούτο του Κιέλου. Συν τοις άλλοις, η φορολόγηση των κινεζικών EV θα λειτουργήσει εις βάρος των καταναλωτών, διότι θα αυξηθούν οι τιμές των EV στην Ευρώπη, καθώς η παραγωγή είναι πιο ακριβή, στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς λόγω του υψηλότερου κόστους των πρώτων υλών και του εργασιακού κόστους.