Στην κατηγορία μας “Ταξίδι στον χρόνο”, λίγα αντικείμενα ταιριάζουν καλύτερα από το DeLorean (Motor Company) DMC-12. Όχι μόνο επειδή έγινε παγκόσμιο σύμβολο χάρη στον κινηματογράφο, αλλά επειδή το ίδιο το αυτοκίνητο είναι ένα αποτύπωμα μιας εποχής γεμάτης φιλοδοξία, ρίσκο και τεχνολογικά όνειρα που έμειναν μισά.
Η ιστορία ξεκινά με τον χαρισματικό και αμφιλεγόμενο John Z. DeLorean, πρώην στέλεχος της General Motors, ο οποίος οραματίστηκε ένα σπορ αυτοκίνητο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ασφαλές, ανθεκτικό, «ηθικό» στη φιλοσοφία του και κατασκευασμένο από ανοξείδωτο χάλυβα, χωρίς βαφή. Το αμάξωμα, σχεδιασμένο από τον Giorgetto Giugiaro, απέπνεε καθαρό φουτουρισμό: χαμηλή σιλουέτα, αιχμηρές γραμμές και φυσικά τις εμβληματικές πόρτες τύπου gullwing.
Όμως κάτω από αυτή την εικόνα του μέλλοντος κρυβόταν ένα μεγάλο «αν».
Στα πρώτα στάδια εξέλιξης, το DMC-12 προοριζόταν να εφοδιαστεί με Wankel κινητήρα, μια επιλογή που ταίριαζε ιδανικά με το προοδευτικό προφίλ του αυτοκινήτου. Ο περιστροφικός κινητήρας θα πρόσφερε ομαλή λειτουργία, μικρό όγκο και τεχνολογικό κύρος. Τα προβλήματα αξιοπιστίας, οι κανονισμοί εκπομπών και –κυρίως– το κόστος, οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτής της λύσης.

Η τελική επιλογή ήταν πολύ πιο συμβατική: ο γνωστός PRV V6, ένας κινητήρας που εξελίχθηκε από κοινού από τις Peugeot, Renault και Volvo. Στο DeLorean, ο V6 των 2,8 λίτρων απέδιδε περίπου 130 ίππους – νούμερο που φαινόταν φτωχό για ένα σπορ αυτοκίνητο με τόσο επιθετική εμφάνιση. Η επιτάχυνση 0-100 km/h ξεπερνούσε τα 10 δευτερόλεπτα, κάτι που το έφερνε πίσω από ανταγωνιστές όπως η Porsche 911 SC της εποχής.

Η παραγωγή, που ξεκίνησε το 1981 στο νέο εργοστάσιο της εταιρείας στη Βόρεια Ιρλανδία, σημαδεύτηκε από ασυνέπειες στην ποιότητα κατασκευής. Παρά το προηγμένο πλαίσιο, το σύνθετο δάπεδο και το ανοξείδωτο αμάξωμα, πολλά αυτοκίνητα χρειάζονταν διορθώσεις πριν παραδοθούν. Οι πωλήσεις δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες και η οικονομική κατάρρευση δεν άργησε να έρθει.

Κι όμως, το DMC-12 πέτυχε κάτι σπάνιο: να ξεπεράσει την εμπορική του αποτυχία και να μετατραπεί σε πολιτιστικό σύμβολο. Ίσως γιατί αντιπροσωπεύει μια εποχή όπου οι ιδέες ήταν μεγαλύτερες από τα μέσα. Ένα αυτοκίνητο που θα μπορούσε να έχει Wankel κινητήρα και να αλλάξει τους κανόνες, αλλά τελικά έμεινε με έναν V6 της Renault και μια ιστορία γεμάτη «τι θα γινόταν αν».

Ακόμα, η “αθανασία” του DeLorean, δεν σφραγίστηκε από τις τεχνικές του προδιαγραφές αλλά από τον κινηματογράφο. Το 1985, το DMC-12 επιλέχθηκε ως η… βάση της χρονομηχανής στην ταινία “Επιστροφή στο Μέλλον”. Η επιλογή δεν ήταν τυχαία: οι πόρτες gullwing έμοιαζαν ήδη «εξωγήινες», το ανοξείδωτο αμάξωμα ταίριαζε ιδανικά με την ιδέα της χρονικής μετατόπισης και το ίδιο το αυτοκίνητο έμοιαζε να έχει έρθει από το αύριο.
Μεταμορφωμένο από τον εκκεντρικό Doc Brown σε μηχανή που ταξιδεύει στον χρόνο με τα 88 μίλια την ώρα, το DeLorean απέκτησε μια δεύτερη ζωή – πολύ πιο επιτυχημένη από την πρώτη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, δεν ήταν απλώς ένα αποτυχημένο εμπορικά σπορ αυτοκίνητο, αλλά ένα παγκόσμιο pop σύμβολο, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ίδια την έννοια του ταξιδιού στον χρόνο.
Σήμερα, κοιτώντας το DeLorean, δεν βλέπουμε απλώς ένα αυτοκίνητο των αρχών του ’80. Βλέπουμε ένα ταξίδι στον χρόνο – σε μια στιγμή όπου το μέλλον έμοιαζε ανοξείδωτο, γωνιώδες και γεμάτο υποσχέσεις.


