Η συνεργασία της Aston Martin με τη Honda στη Formula 1 έχει ξεκινήσει με σημαντικές δυσκολίες, ωστόσο για το Miami Grand Prix γίνονται συντονισμένες κινήσεις τόσο σε τεχνικό όσο και σε κανονιστικό επίπεδο για την αντιστροφή της κατάστασης. Τα πρώτα τρία Grand Prix της χρονιάς βρήκαν την ομάδα σταθερά στο πίσω μέρος του grid, με έντονα προβλήματα δονήσεων να επηρεάζουν την απόδοση, την αξιοπιστία της μπαταρίας αλλά και την άνεση των οδηγών.
Οι αρχικές λύσεις περιορισμού των προβλημάτων κατάφεραν να βελτιώσουν την κατάσταση, επιτρέποντας στον Fernando Alonso να σημειώσει στο GP Ιαπωνίας τον πρώτο τερματισμό για την Aston Martin-Honda, έστω και ένα γύρο πίσω. Έκτοτε, το κενό στο πρόγραμμα αγώνων λόγω των ακυρώσεων των GP Μπαχρέιν και Σαουδικής Αραβίας έδωσε πολύτιμο χρόνο εξέλιξης, με τη Honda να προχωρά σε ουσιαστικές αλλαγές hardware στον κινητήρα, ενώ η Aston Martin επικεντρώθηκε σε αεροδυναμικές βελτιώσεις και μείωση του βάρους του μονοθεσίου.
Παρά την πρόοδο, οι δύο πλευρές παραμένουν φειδωλές στις λεπτομέρειες. Ο επικεφαλής μηχανολόγος πίστας της Honda, Shintaro Orihara, επιβεβαίωσε ότι οι παρεμβάσεις αφορούν κυρίως την αξιοπιστία, και ότι υπήρχαν ήδη μέτρα αντιστάθμισης της κατάστασης μηχανικά ήδη στους πρώτους αγώνες (κάτι που επιτρέπεται αν πρόκειται για λόγους αξιοπιστίας), αποφεύγοντας να αποκαλύψει συγκεκριμένα στοιχεία.
Στη Suzuka, η Aston Martin είχε δοκιμάσει ένα πειραματικό εξάρτημα, το οποίο εκτιμάται ότι εντοπιζόταν στην κολόνα του τιμονιού, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε στον αγώνα. Ήταν ένας τρόπος να αντιμετωπιστούν τα συμπτώματα, ενώ οι αλλαγές της Honda στοχεύουν στην καταπολέμηση των αίτιων των δονήσεων.
«Έχουμε εργαστεί πάνω σε ένα εκτενές πακέτο αναβαθμίσεων για τη μείωση των δονήσεων, τόσο στην πηγή, όσο και όσον αφορά την άμβλυνση σε όλα τα συστήματα, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού», δήλωσε ο Mike Krack, επικεφαλής στέλεχος πίστας της της Aston Martin.
Δεν είναι ακόμα γνωστό αν οι βελτιώσεις θα επιτρέψουν στη Honda να λειτουργήσει τον κινητήρα της χωρίς όριο στροφών, όπως αναγκαζόταν μέχρι στιγμής, καθώς ο Krack δεν ήταν πρόθυμος να σχολιάσει τέτοια θέματα. Η Honda αρνήθηκε επίσης να απαντήσει σε ερώτηση αν ο ηλεκτροκινητήρας της μονάδας της έχει τη δυνατότητα να φτάσει τη μέγιστη επιτρεπτή ανάκτηση ενέργειας των 350 kW, όριο το οποίο αυξήθηκε από το GP Μαϊάμι για το superclipping, όταν δηλαδή ο οδηγός είναι με τέρμα γκάζι, αλλά το μονοθέσιο μεταβαίνει σε λειτουργίας αναγεννητικής πέδησης.
Καθοριστικό ρόλο στην πρόοδο έπαιξε η απόφαση να παραμείνει ένα μονοθέσιο στην Ιαπωνία μετά τον αγώνα της Suzuka, ώστε να χρησιμοποιηθεί στις εγκαταστάσεις της Honda στη Sakura. Εκεί, για πρώτη φορά, ο κινητήρας υποβλήθηκε σε στατικές δοκιμές ενσωματωμένος στο πλαίσιο, με περισσότερους αισθητήρες και ακόμα και με τον ίδιο τον Orihara να κάθεται στο cockpit για να νιώσει τις δονήσεις.
Αυτή η διαδικασία, που δεν ήταν εφικτό να πραγματοποιηθεί στις εγκαταστάσεις της Aston Martin στο Silverstone, διότι δεν διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό, βοήθησε στον εντοπισμό κρίσιμων σημείων βελτίωσης, αν και πιο σημαντικές αλλαγές στο hardware απαιτούν περισσότερο χρόνο από τις τέσσερις εεβδομάδες που είχε στη διάθεσή της η Honda.
Την ίδια στιγμή, στο παρασκήνιο της Formula 1 εξελίσσονται συζητήσεις που θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικές για την πορεία της Honda. Η FIA και οι κατασκευαστές μονάδων ισχύος εξετάζουν τροποποιήσεις στους κανονισμούς εξέλιξης κινητήρων, με στόχο να δοθεί μεγαλύτερη ευελιξία σε όσους υστερούν σημαντικά. Το υφιστάμενο σύστημα επιτρέπει περιορισμένο αριθμό αναβαθμίσεων ανάλογα με την απόσταση από την κορυφή, όμως υπάρχει σκέψη να αρθεί το όριο αυτό ώστε ομάδες όπως η Honda να μπορούν να ανακάμψουν πιο αποτελεσματικά.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του επικεφαλής της Mercedes, Toto Wolff, ο οποίος δήλωσε ότι «υπάρχει ένας κατασκευαστής που έχει πρόβλημα και πρέπει να βοηθηθεί», υπονοώντας σαφώς τη Honda. Παρότι η Formula 1 χαρακτήρίζεται από έντονο ανταγωνισμό όπου δεν υπάρχουν… χάρες, φαίνεται πως επικρατεί η άποψη ότι η εικόνα της Honda αυτή τη στιγμή δεν ωφελεί το σπορ συνολικά. Ωστόσο, οποιαδήποτε αλλαγή απαιτεί ευρεία συναίνεση και έγκριση από τη Formula One Management και τη FIA, γεγονός που καθιστά το αποτέλεσμα αβέβαιο.





