ΥΠΕΝ: Σχέδιο για φθηνότερο ρεύμα με πολλούς αστερίσκους

Σοβαρές επιφυλάξεις από την αγορά για τον οδικό χάρτη Παπασταύρου-Τσάφου για μείωση των λογαριασμών ρεύματος κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας.

EUROKINISSI

ΥΠΕΝ: Σχέδιο για φθηνότερο ρεύμα με πολλούς αστερίσκους

Σοβαρές επιφυλάξεις από την αγορά για τον οδικό χάρτη Παπασταύρου-Τσάφου για μείωση των λογαριασμών ρεύματος κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας.

Με επιφυλάξεις υποδέχθηκε η αγορά τον οδικό χάρτη που παρουσίασε χθες η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, και ο υφυπουργός, Νίκος Τσάφος, για την επιστροφή του κόστους του ρεύματος στα προ κρίσης επίπεδα μέσω της βαθμιαίας μείωσής του κατά 30% έως το τέλος του 2029, που προσδοκάται να οδηγήσει την τελική τιμή της κιλοβατώρας λίγο κάτω από τα 17 λεπτά, έναντι 23,7 λεπτών/κιλοβατώρα που ήταν στο τέλος του 2025 (στοιχεία Eurostat), που είναι το σημείο αναφοράς.

Είναι γεγονός ότι το μωσαϊκό των μέτρων, που παρεμβαίνουν σε όλα τα «μέτωπα» του κόστους, από τη χονδρική και τη λιανική αγορά έως τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και από τις δράσεις εξοικονόμησης έως την προώθηση της αποθήκευσης ενέργειας και της αυτοπαραγωγής, κινούνται θεωρητικά προς τη σωστή κατεύθυνση. Και τούτο διότι το μενού περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- δράσεις για την περαιτέρω διείσδυση της φθηνής ενέργειας των ΑΠΕ (προσδοκώντας αυτή να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές χονδρικής), την εγκατάσταση περισσότερων μπαταριών, ώστε να μην καταλήγει «στα σκουπίδια» η πλεονάζουσα πράσινη ενέργεια, την ενίσχυση των δικτύων ώστε να μεταφέρεται η ενέργεια και προγράμματα εξοικονόμησης, γιατί «η φθηνότερη κιλοβατώρα είναι αυτή που δεν καταναλώθηκε ποτέ», κατά το γνωστό ρητό. Πλην όμως, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, σε δεύτερη ανάγνωση το σχέδιο φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς αστερίσκους, καθώς στηρίζεται σε παραδοχές για τις οποίες υπάρχει πολύ μεγάλος βαθμός αμφιβολίας (όπως για παράδειγμα η βελτίωση της διεθνούς συγκυρίας, που μόνο δεδομένη δεν είναι στο σημερινό περιβάλλον, όπου σοβούν δύο πόλεμοι και η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει χτυπήσει κόκκινο) και σε χρονοδιαγράμματα που δεν φαίνονται ρεαλιστικά με βάση την εμπειρία του παρελθόντος.

Την ίδια στιγμή, ο όλος σχεδιασμός χαρακτηρίζεται από «δημιουργική ασάφεια» όσον αφορά τη συνεισφορά του κάθε μέτρου στον στόχο της μείωσης 30% του συνολικού κόστους του ρεύματος, που φαίνεται να συντάχθηκε πιο πολύ με πολιτική παρά τεχνοκρατική στόχευση, με δεδομένες τις εξαγγελίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, κόμμα Τσίπρα) για μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 20% και 30% αντίστοιχα. Το μοναδικό απτό μέτρο προς αυτήν την κατεύθυνση, που μειώνει άμεσα το κόστος του ρεύματος, είναι η μείωση των ΥΚΩ από 1ης Ιανουαρίου 2027, όπου το κόστος μειώνεται στα 0,00345 ευρώ/κιλοβατώρα από 0,00690 ευρώ κιλοβατώρα για νοικοκυριά με τετραμηνιαία κατανάλωση έως 1.600 κιλοβατώρες, που βρίσκονται στο πρώτο κλιμάκιο. Για τις μεγαλύτερες καταναλώσεις οι χρεώσεις (που αυξάνονται αλματωδώς από τις 1.600 κιλοβατώρες και πάνω) μένουν αμετάβλητες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό με μηνιαία κατανάλωση 400 ευρώ τον μήνα θα πληρώνει τον μήνα για ΥΚΩ 1,38 ευρώ, αντί για 2,76 ευρώ προηγουμένως. Την ίδια στιγμή, αμετάβλητες -και σε υψηλά επίπεδα- παραμένουν οι χρεώσεις ΥΚΩ για τις μεγαλύτερες καταναλώσεις. Κάτι που σημαίνει ότι όσοι καταναλωτές ανταποκριθούν στο κάλεσμα του ΥΠΕΝ να αντικαταστήσουν τους λέβητες πετρελαίου και αερίου με αντλίες θερμότητας θα έχουν αυξημένη κατανάλωση σε ρεύμα και θα μεταβούν στις υψηλές κλίμακες χρεώσεων ΥΚΩ. Δηλαδή από τη μία τα εν λόγω νοικοκυριά επιδοτούνται και από την άλλη τιμωρούνται, σε μία από τις αντιφάσεις του ευρύτερου σχεδιασμού.

Από εκεί και πέρα, ο οδικός χάρτης χαρακτηρίζεται από υψηλή αοριστία και μέτρα που αφενός δεν είναι οριζόντιας απόδοσης, αφετέρου η υλοποίησή τους είναι μακρόπνοη και εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες.

Μερικοί από τους -πολλούς- αστερίσκους που εντοπίζει η αγορά στα μέτρα είναι οι ακόλουθοι:

  1. Στο σκέλος της αποθήκευσης, η γενική κατεύθυνση της επιτάχυνσης είναι αναμφισβήτητα σωστή. Όμως οι μεγάλες καθυστερήσεις του παρελθόντος, με την Ελλάδα να έχει «βάλει στην πρίζα» μόλις 700 MW μπαταριών φέτος (ενώ έως και το τέλος του 2025 δεν υπήρχε ούτε ένα μεγαβάτ αποθήκευσης) δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη στην επίτευξη του στόχου για 3.000-4.000 MW μπαταριών σε δυο χρόνια και έως και δεκαπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος στα 7.000 MW στο τέλος της δεκαετίας. Παράγοντες της αγοράς υπενθυμίζουν την απάντηση του κ. Τσάφου στην κριτική ότι η Ελλάδα καθυστέρησε να αναπτύξει μπαταρίες με το επιχείρημα ότι «αν τρέχαμε να επιδοτήσουμε τις μπαταρίες πολύ νωρίς, θα τις χρυσοπληρώναμε, όπως τα φωτοβολταϊκά πριν από 15 χρόνια». Απάντηση, ωστόσο, δεν υπάρχει στο γιατί πολλά διαδικαστικά βήματα για το ρυθμιστικό πλαίσιο με τις μπαταρίες καθυστέρησαν υπερβολικά, με την Ελλάδα σε κάθε περίπτωση να τρέχει να προλάβει τη Βουλγαρία, η οποία θα κλείσει το 2026 με εγκατεστημένη αποθηκευτική ισχύ 6 GW, έναντι 1,4 GW το 2025 και μόλις 25 ΜW το 2024. Ερωτήματα επίσης εγείρονται για το κατά πόσο η επιδότηση των 200 εκατ. ευρώ που προβλέπεται για την κεφαλαιακή ενίσχυση μπαταριών θα αποδειχθεί επαρκής για «να βάλει στην πρίζα» χιλιάδες μεγαβάτ μπαταριών, όπως προβλέπει το κυβερνητικό σχέδιο.
  2. Στο σκέλος των παρεμβάσεων στην προμήθεια ρεύματος, αρμόδια στελέχη που μίλησαν στο powergame.gr διατυπώνουν αμφιβολίες για το κατά πόσο θα επιτευχθεί η δραστική μείωση των ρευματοκλοπών (που επιβαρύνει όλους τους καταναλωτές κατά 450 εκατ. ευρώ ετησίως) και του «βουνού» των ληξιπρόθεσμων οφειλών, που υπερβαίνουν τα 3 δισ. και αποτελούν συνιστώσες κόστους που επιβαρύνουν όλους τους καταναλωτές. «Για τις ρευματοκλοπές δεν ανακοινώθηκε τίποτε συγκεκριμένο, απαιτούνται ισχυρά κίνητρα για τον ΔΕΔΔΗΕ και ισχυρά αντικίνητρα για όσους επιδίδονται σε αυτήν την πρακτική», σχολιάζουν χαρακτηρσιστικά αρμόδιες πηγές, επισημαίνοντας ότι και τα μέτρα για την καταπολέμηση του «ενεργειακού τουρισμού» (debt flagging) έμειναν «στη μέση», αφού το ΥΠΕΝ δεν εφάρμοσε το ριζικό μέτρο της αποκοπής των καταναλωτών με αρρύθμιστα χρέη στον παλαιό πάροχο.
  3. Οι παρεμβάσεις ενεργειακής εξοικονόμησης, συνολικού ύψους 2,1 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε το ΥΠΕΝ επίσης δεν μειώνουν άμεσα την τιμή της κιλοβατώρας, αλλά περιορίζουν το τελικό κόστος μόνο με την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων (που απαιτούν σημαντική συγχρηματοδότηση από πλευράς των δικαιούχων) και εφόσον μειωθεί η κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, όλες σχεδόν οι δράσεις έχουν είτε κοινωνικά κριτήρια (π.χ. Το νέο «Εξοικονομώ» με πόρους από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο απευθύνεται σε ευάλωτα νοικοκυριά, επομένως η περίμετρός περιορίζεται εξαρχής λόγω των περιορισμών που προβλέπει η ΕΕ) είτε γεωγραφικά κριτήρια (όπως το πρόγραμμα για επιδότηση ηλιακών θερμοσιφώνων, αντλιών θερμότητας και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών με μπαταρίες στη Δυτική Μακεδονία) και επομένως δεν αφορούν το σύνολο τον νοικοκυριών. Την ίδια στιγμή, η εμπειρία της υλοποίησης των προηγούμενων προγραμμάτων «Εξοικονομώ», με αλλεπάλληλες παρατάσεις και καθυστερήσεις στους ελέγχους και στις πληρωμές, δημιουργεί επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι νέοι πόροι θα φτάσουν έγκαιρα στους δικαιούχους. Επιπλέον, όσο καθυστερεί η υλοποίηση οι αυξήσεις στις τιμές εξοπλισμού και εργασιών ενδέχεται να περιορίζουν την πραγματική αξία της επιδότησης. Με άλλα λόγια, παραμένει ερωτηματικό το πότε τα προγράμματα αυτά θα μετατραπούν σε ολοκληρωμένα έργα με μετρήσιμη εξοικονόμηση ενέργειας, που θα έχει έντονο αποτύπωμα στους λογαριασμούς του ρεύματος.
  4. Μία ακόμη κριτική που ασκείται στο σχέδιο αφορά την απουσία πρόσθετων παρεμβάσεων για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, με την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ να παραπέμπει στα μέτρα που ανακοινώθηκαν τον περασμένο Απρίλιο, δηλαδή τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ για τις βιομηχανίες όλων των τάσεων (που έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2026) και την αύξηση των συντελεστών για την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους των χρεώσεων CO2, που όμως αφορά μόνο έναν σχετικά στενό κύκλο επιλέξιμων βιομηχανιών και όχι όλο τον κλάδο. Το μήνυμα που στέλνει η βιομηχανία εδώ και μήνες, ότι τα μέτρα αυτά δεν αρκούν για να «κάνουν τη διαφορά» στο ενεργειακό κόστος και απαιτούνται πρόσθετες και ευρύτερες παρεμβάσεις, δεν φαίνεται να εισακούσθηκε, με τον Αντώνη Κοντολέοντα, πρόεδρο της ΕΒΙΚΕΝ, που εκπροσωπεί τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, να σχολιάζει: «Τι επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το CISAF και METSAF (σ.σ. τα πλαίσια κρατικών ενισχύσεων των ενεργοβόρων βιομηχανιών που προβλέπουν μεταξύ άλλων και επιδότηση της κατανάλωσης ρεύματος); Προφανώς δεν ζητεί από τα κράτη-μέλη να επιλέξουν μεταξύ ανταγωνιστικότητας και πράσινης μετάβασης. Ζητεί να πετύχουν και τα δύο ταυτόχρονα. Τι προσπαθούν να πετύχουν οι ευρωπαϊκές χώρες που εφαρμόζουν το CISAF; Καμία δεν περίμενε να ολοκληρωθούν επενδύσεις αποθήκευσης για να στηρίξει τη βιομηχανία της. Καμία δεν είπε στις επιχειρήσεις της να αντέξουν μόνες τους μέχρι να αποδώσουν οι μεσομακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις. Όλες συνδύασαν άμεση στήριξη σήμερα με πράσινες επενδύσεις για το αύριο. Εμείς τι κάνουμε; Για τις επιχειρήσεις που δεν παίρνουν ατιστάθμιση, περίπου 700 τον αριθμό, η απάντηση που δίνεται σήμερα είναι να επενδύσουν σε αποθήκευση ή αυτοκατανάλωση όταν τα σχετικά προγράμματα υλοποιηθούν…».
  5. Ερωτήματα, τέλος, εγείρονται και για την επιχειρηματολογία περί μεγάλης ελάφρυνσης των ΥΚΩ, λόγω του σβησίματος των ακριβών και ρυπογόνων πετρελαϊκών με τις οποίες τροφοδοτούνται τα μη διασυνδεδεμένα νησιά) μέσω των νησιωτικών διασυνδέσεων. Στο ερώτημα γιατί η ολοκλήρωση των διασυνδέσεων των Κυκλάδων και της διπλής διασύνδεσης της Κρήτης δεν έχει οδηγήσει σε μείωση των ΥΚΩ μέχρι στιγμής, με τον σχετικό λογαριασμό να είναι ελλειμματικός κατά τουλάχιστον 300 εκατ. ευρώ, δεν δόθηκε ξεκάθαρη απάντηση, αν και εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η συνεισφορά του Ειδικού Λογαριασμού ΥΚΩ στη χρηματοδότηση των επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ρεύματος κατά το «επεισόδιο» της ενεργειακής κρίσης του 2022-2023, αφού σημαντικά κονδύλια μεταφέρθηκαν στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης και κατέληξαν στις τσέπες των καταναλωτών. Όσο για το επόμενο «κύμα» των μεγάλων διασυνδέσεων (Δωδεκάνησα και Βορειοανατολικό Αιγαίο), αποτελούν προς το παρόν σχέδια επί χάρτου, με ορίζοντα ολοκλήρωσης μετά το τέλος του ορίζοντα των μέτρων και με την εξαγγελλόμενη μεγάλη μείωση των ΥΚΩ να αντισταθμίζεται έως έναν βαθμό από τις αυξήσεις στις Χρεώσεις Χρήσεις Συστήματος, που συνεπάγεται η ανάκτηση από τους καταναλωτές μεγάλου μέρους των δαπανών του ΑΔΜΗΕ για την υλοποίηση των εν λόγω επενδύσεων, κόστους περίπου 7 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ. Το ίδιο ισχύει και για τις Χρώσεις Χρήσεις Δικτύου που αφορούν την ανάκτηση των δαπανών του ΔΕΔΔΗΕ, που έχουν αυξηθεί έντονα τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας τις μεγάλες επενδύσεις στο δίκτυο διανομής, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η εγκατάσταση των πολυσυζητημένων «έξυπνων» μετρητών, που προσδοκάται να συμβάλλουν στη «μάχη» για την πάταξη των ρευματοκλοπών και τον καλύτερο έλεγχο της κατανάλωσης ρεύματος από πλευράς των καταναλωτών.

Συμπερασματικά, η μεγαλύτερη αβεβαιότητα του σχεδίου αφορά το κατά πόσο οι προβλεπόμενες παρεμβάσεις θα οδηγήσουν πράγματι σε μείωση 30% στους λογαριασμούς ρεύματος έως το τέλος του 2029. Το τελικό κόστος για τον καταναλωτή διαμορφώνεται από πολλές επιμέρους παραμέτρους, πολλές εκ των οποίων, όπως οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και δικαιωμάτων CO2, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι συνθήκες στις γειτονικές αγορές, βρίσκονται εκτός της «σφαίρας επιρροής» της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής. Επομένως, το πακέτο συνιστά περισσότερο ένα σύνολο δράσεων και σχεδιαζόμενων επενδύσεων που μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για φθηνότερη ενέργεια και όχι έναν οδικό χάρτη με συγκεκριμένα ορόσημα, που «εγγυώνται» τη μείωση 30%. Απομένει να φανεί αν θα «συγκλίνουν όλα τα άστρα» και αν θα επιτευχθούν οι πολυάριθμες προϋποθέσεις εντός στενών χρονοδιαγραμμάτων, ώστε το εγχείρημα να στεφθεί με επιτυχία, με την εμπειρία του παρελθόντος να μην επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία…

Google News icon
Ακολουθήστε το MotorOne.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη ενημέρωση!