Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής του ομοσπονδιακού φόρου στα καύσιμα, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την πίεση από τις αυξημένες τιμές βενζίνης που προκαλούν η κρίση στη Μέση Ανατολή και η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ανάψει την πολιτική συζήτηση από τις ΗΠΑ έως την Ευρώπη για μείωση των φόρων στα καύσιμα, ώστε να περιοριστεί η οικονομική επιβάρυνση των πολιτών.
Ένα debate που κρατά και έχει διαφορετική αντιμετώπιση, καθώς ο πληθωρισμός πιέζει και οι κεντρικές τράπεζες προβληματίζονται για τα επιτόκια, με τις μειώσεις να απομακρύνονται.
Ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι θα αναστείλει τον ομοσπονδιακό φόρο στη βενζίνη για να βοηθήσει τους Αμερικανούς να επωμιστούν τις υψηλότερες τιμές καυσίμων που προκλήθηκαν από τον πόλεμο.
Μία ημέρα πριν ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, δήλωσε ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται θετική στο ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής του ομοσπονδιακού φόρου στα καύσιμα, προκειμένου να προσφέρει οικονομική ανακούφιση στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Μιλώντας στο NBC, ο Ράιτ τόνισε ότι «η κυβέρνηση στηρίζει κάθε μέτρο που μπορεί να μειώσει τις τιμές στα πρατήρια και να περιορίσει το κόστος για τους Αμερικανούς πολίτες».
Σήμερα, ο ομοσπονδιακός φόρος ανέρχεται σε λίγο περισσότερο από 18 σεντς ανά γαλόνι για τη βενζίνη και περίπου 24 σεντς για το πετρέλαιο κίνησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Λέσχης Αυτοκινήτου (AAA), η μέση εθνική τιμή βενζίνης στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε την Κυριακή στα 4,52 δολάρια ανά γαλόνι.
ΗΠΑ: Στο τραπέζι η αναστολή του φόρου στα καύσιμα
Ακόμη και εάν εφαρμοστεί άμεσα η αναστολή του φόρου, η μέση τιμή θα περιοριζόταν στα 4,34 δολάρια ανά γαλόνι – επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τα 2,98 δολάρια που καταγράφονταν πριν από την έναρξη της στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η περιορισμένη αυτή μείωση δύσκολα θα αλλάξει ουσιαστικά την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία πλήττονται περισσότερο από την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους.
Η πιθανή αναστολή του φόρου δημιουργεί παράλληλα ανησυχίες για τη χρηματοδότηση των αμερικανικών υποδομών.
Ο ομοσπονδιακός φόρος καυσίμων αποτελεί βασική πηγή εσόδων για το Highway Trust Fund, το ταμείο που χρηματοδοτεί την κατασκευή και τη συντήρηση δρόμων και αυτοκινητοδρόμων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν το μέτρο παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι απώλειες εσόδων ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά δημόσια έργα και επενδυτικά προγράμματα υποδομών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι υψηλές τιμές καυσίμων θα αποτελέσουν «βραχυπρόθεσμο πρόβλημα». Ωστόσο, ο Κρις Ράιτ είχε προειδοποιήσει τον προηγούμενο μήνα ότι οι τιμές της ενέργειας ενδέχεται να παραμείνουν αυξημένες για αρκετούς μήνες ακόμη, ακόμη και μετά το τέλος της σύγκρουσης με το Ιράν.
Πιο πρόσφατα, ο Αμερικανός υπουργός εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός, αποφεύγοντας να προβλέψει την πορεία των τιμών πετρελαίου και βενζίνης.
Όπως δήλωσε, «όταν αποκατασταθεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές της ενέργειας θα αρχίσουν να υποχωρούν».
Προς το παρόν, ωστόσο, η διέλευση πλοίων από τα στρατηγικής σημασίας Στενά παραμένει ουσιαστικά μπλοκαρισμένη, εξαιτίας των ανταγωνιστικών αποκλεισμών που έχουν επιβάλει οι δύο πλευρές της σύγκρουσης.
Πρώτα η βενζίνη» αντί για «Πρώτα η Αμερική»
Η νέα δημοσκόπηση των Financial Times καταγράφει αυξανόμενη πολιτική πίεση για τον Ντόναλντ Τραμπ σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, καθώς απομένουν μόλις έξι μήνες έως τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση της δυσαρέσκειας για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, φαίνεται να διαβρώνουν τη δυναμική του Λευκού Οίκου.
Η εκτίναξη των τιμών της βενζίνης και βασικών καταναλωτικών αγαθών έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της εκλογικής βάσης MAGA, η οποία αποτέλεσε βασικό πυλώνα της επανεκλογής Τραμπ το 2024.
Πολλοί ψηφοφόροι που στήριξαν την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική» εμφανίζονται πλέον απογοητευμένοι, καθώς ο πληθωρισμός και το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνουν τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του Τραμπ ότι οι τιμές των καυσίμων παραμένουν «πολύ χαμηλότερες», η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε κοντά στα 4,6 δολάρια ανά γαλόνι την προηγούμενη εβδομάδα, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 50% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν
Η δημοσκόπηση αποτυπώνει παράλληλα έντονη επιφυλακτικότητα απέναντι στους χειρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή. Περίπου το 54% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αποδοκιμάζει -είτε έντονα είτε σε κάποιο βαθμό- τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται τη σύγκρουση με το Ιράν. Αντίθετα, λιγότερο από το ένα τρίτο εμφανίζεται να εγκρίνει τη στρατηγική του Αμερικανού προέδρου.
Η φθορά αυτή αντανακλάται πλέον και στη συνολική δημοτικότητα του Τραμπ, καθώς οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να προηγούνται των Ρεπουμπλικανών κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων εν όψει των εκλογών του Νοεμβρίου.
Παρ’ ότι οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να ελέγχουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί εντείνουν την προσπάθειά τους να ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Debate και διαφορετικές κινήσεις για τα καύσιμα στην Ευρώπη
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε μειώσεις φόρων στα καύσιμα (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης ή ΦΠΑ) για να αναχαιτίσουν το αυξημένο κόστος ζωής και τις επιπτώσεις από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ευρωπαϊκές χώρες έστω για κάποιο χρονικό διάστημα έχουν εφαρμόσει τέτοια μέτρα όσο διαρκεί η κρίση που τροφοδοτεί η σύγκρουση στο Ιράν.
Η Ισπανία μείωσε τον ΦΠΑ στα καύσιμα από το 21% στο 10% και εφάρμοσε επιπλέον αποζημιώσεις περίπου 20 λεπτών ανά λίτρο για τους χρήστες diesel. Η Γερμανία εφάρμοσε άμεση μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία αντιστοιχεί σε έκπτωση περίπου 17 λεπτών ανά λίτρο. Το μέτρο αυτό είναι προσωρινό και έχει οριστεί να ισχύει έως τα τέλη Ιουνίου 2026.
Στην Ιταλία η κυβέρνηση προχώρησε σε μείωση του φόρου στα καύσιμα κατά 25 λεπτά ανά λίτρο, μέτρο που χρηματοδοτήθηκε μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Η Πορτογαλία αποφάσισε προσωρινή μείωση των φόρων για να περιορίσει τις αυξήσεις που προκλήθηκαν από τις διεθνείς εντάσεις.
Με τη σειρά της η Αυστρία εφάρμοσε προσωρινή μείωση του φόρου στη βενζίνη και το πετρέλαιο κατά περίπου 5 λεπτά ανά λίτρο, επιβάλλοντας παράλληλα περιορισμούς στα περιθώρια κέρδους της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η Ιρλανδία μείωσε τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στη βενζίνη 95 οκτανίων και στο πετρέλαιο κίνησης.
Παρόμοια μέτρα μείωσης φόρων ή πλαφόν στις τιμές έχουν αναφερθεί για την Πολωνία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία και τη Βόρεια Μακεδονία. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ελλάδα, έχουν διατηρήσει σταθερή τη φορολογία τους το τελευταίο διάστημα, επιλέγοντας συχνά πιο στοχευμένες επιδοτήσεις για ευάλωτες ομάδες, αντί για οριζόντιες φοροελαφρύνσεις.
Η νέα ενεργειακή κρίση που πυροδότησε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει έντονες πιέσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, με τις τιμές καυσίμων και φυσικού αερίου να καταγράφουν ισχυρές ανατιμήσεις και τις κυβερνήσεις να αναζητούν τρόπους άμεσης στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Από την έναρξη της κρίσης, η τιμή του diesel στην Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά περίπου 26%, ενώ η βενζίνη καταγράφει άνοδο κοντά στο 12%, επιβαρύνοντας σημαντικά το μεταφορικό κόστος και τον πληθωρισμό. Παράλληλα, το ολλανδικό TTF, το βασικό σημείο αναφοράς για το φυσικό αέριο στην Ευρώπη, παρουσίασε ακραία μεταβλητότητα, καθώς από τα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα εκτινάχθηκε στα 60 ευρώ μέσα σε λίγες εβδομάδες, πριν αποκλιμακωθεί κοντά στα 40 ευρώ.
Bruegel: Tα ευρωπαϊκά κράτη έχουν ήδη κινητοποιήσει περισσότερα από 11 δισ. ευρώ
Μπροστά στις αυξανόμενες πιέσεις, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν ήδη κινητοποιήσει περισσότερα από 11 δισ. ευρώ σε μέτρα στήριξης, σύμφωνα με στοιχεία του ινστιτούτου Bruegel. Η Ισπανία και η Γερμανία συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος των παρεμβάσεων σε απόλυτους αριθμούς, ενώ σε σχέση με το ΑΕΠ ξεχωρίζουν η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ιρλανδία και η Ισπανία.
Ωστόσο, η στρατηγική αρκετών κυβερνήσεων προκαλεί προβληματισμό. Χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Πολωνία επέλεξαν κυρίως τη μείωση φόρων στα καύσιμα ως βασικό μέτρο ανακούφισης. Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι τέτοιες οριζόντιες παρεμβάσεις ενδέχεται να αποδυναμώσουν τα σήματα εξοικονόμησης ενέργειας, ενθαρρύνοντας μεγαλύτερη κατανάλωση σε μια περίοδο περιορισμένων ενεργειακών πόρων και αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η προσέγγιση αυτή απέχει από τις κατευθύνσεις που προτείνουν ευρωπαϊκοί και διεθνείς θεσμοί, οι οποίοι εισηγούνται περισσότερο στοχευμένα μέτρα στήριξης αντί γενικευμένων επιδοτήσεων. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 θεωρείται χαρακτηριστική, καθώς τότε οι φορολογικές ελαφρύνσεις συνδυάστηκαν με επιδοτήσεις στα νοικοκυριά και ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών, αναφέρει το Bruegel.
Στον αντίποδα, χώρες όπως η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Ηνωμένο Βασίλειο επιλέγουν πιο στοχευμένες πολιτικές, δίνοντας έμφαση στη στήριξη των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων για το αυξημένο κόστος θέρμανσης. Η Ολλανδία επενδύει παράλληλα σε μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας, ενώ η Σουηδία προχωρεί σε εφάπαξ ενισχύσεις για το ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς να εγκαταλείπει τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας και ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κομισιόν ενεργοποίησε στα τέλη Απριλίου νέο προσωρινό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Το πλαίσιο εστιάζει κυρίως στους τομείς των μεταφορών, της γεωργίας και της αλιείας, ενώ παράλληλα επιτρέπει αυξημένες αποζημιώσεις στο ενεργειακό κόστος για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Παρά τα μέτρα αυτά, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να κινείται περισσότερο με βραχυπρόθεσμες λύσεις, παρά με μια συνεκτική στρατηγική ενεργειακής μετάβασης. Όπως προειδοποιούν, χωρίς ισχυρά κίνητρα για εξοικονόμηση και επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, η ΕΕ κινδυνεύει να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με νέους κύκλους ενεργειακής αστάθειας και δημοσιονομικής πίεσης.