Η Ford παραμένει μέχρι και σήμερα ο τρίτος πιο επιτυχημένος κατασκευαστής κινητήρων στην ιστορία της F1, πίσω από τη Ferrari και τη Mercedes, παρότι εγκατέλειψε την κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού το 2004 πουλώντας την Jaguar Racing στη Red Bull Racing. Η ιστορία της Ford στη F1 είναι γεμάτη από επιτυχίες, με την mpleεταιρεία να έχει κατακτήσει 10 Πρωταθλήματα Κατασκευαστών και 13 Πρωταθλήματα Οδηγών. Συνολικά, μονοθέσια με κινητήρα Ford έχουν ανέβει στο ανώτερο σκαλί του βάθρου σε 174 Grand Prix.
Η Ford αγωνίστηκε για πρώτη φορά στη F1 το 1967 με τον θρυλικό πλέον κινητήρα DFV, ο οποίος αποτέλεσε προϊόν συνεργασίας με την Cosworth Racing και αποκαλύφθηκε τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς. Μόλις δύο μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα στο Ολλανδικό Grand Prix, έκανε το του ντεμπούτο κερδίζοντας τον αγώνα στην «πλάτη» της Lotus-Ford του Jim Clark.

Ο DFV συνέχισε για να γίνει ο πιο επιτυχημένος κινητήρας όλων των εποχών στην F1, φτάνοντας τις 155 νίκες από το 1967 μέχρι και τον τελευταίο του αγώνα το 1983. Την χρονιά εκείνη, ο Keke Rosberg κέρδισε με τον κινητήρα DFV το Grand Prix Μονακό, λίγο πριν η F1 στραφεί πλήρως στους υπερτροφοδοτούμενους κινητήρες.
Ακόμη και μετά τον παροπλισμό του DFV, η Ford συνέχισε να δίνει το «παρών» στη F1 τόσο με υπερτροφοδούμενους όσο και με ατμοσφαιρικούς κινητήρες, με αποκορύφωμα τον Ford Zetec R V8 που χάρισε στον Michael Schumacher το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στη Formula 1 το 1994.
Η Formula 1 λειτούργησε για την Ford ως εργαστήριο δοκιμών και εξέλιξης για προηγμένες τεχνολογίες που υιοθετούνται στα αυτοκίνητα των πελατών της. Φέτος, η Ford επιστρέφει στη Formula 1 ύστερα από 22 χρόνια, σηματοδοτώντας ένα νέο κεφάλαιο τόσο για την ίδια, όσο και τον κορυφαίο θεσμό του μηχανοκίνητου αθλητισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.
Χρονοδιάγραμμα

Απρίλιος 1967: Αποκαλύπτεται ο κινητήρας Ford DFV Race, ο οποίος σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε σε συνεργασία με την Cosworth Engineering.
Ιούνιος 1967: Ο κινητήρας DFV πραγματοποιεί το ντεμπούτο του στο Grand Prix της Ολλανδίας στο Zandvoort, παρέχοντας κίνηση στη Lotus-Ford του Graham Hill, ο οποίος κατέκτησε την pole position, ενώ ο ομόσταβλός του, Jim Clark, πανηγύρισε τη νίκη στον αγώνα με τη Lotus-Ford 49.
Στην πρώτη του χρονιά, ο κινητήρας DFV χάρισε στη Lotus τη δεύτερη θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στον Jim Clark την 3η στο Πρωτάθλημα Οδηγών. Συνολικά, ο κινητήρας DFV κατέκτησε τέσσερις νίκες στην πρώτη του σεζόν το 1967.

Το 1968, η Lotus δεν είχε πλέον τα αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης του κινητήρα DFV, με την Ford να τον παρέχει, πέραν της ομάδας του Colin Chapman και στις McLaren και Matra, με τον θρυλικό Jackie Stewart πίσω από το τιμόνι.
Στον πρώτο αγώνα της χρονιάς στη Νότια Αφρική, η Lotus με τον κινητήρα της Ford έκανε το 1-2, με τον Jim Clark, στον τελευταίο -όπως απεδείχθηκε- αγώνα του, να κατακτά τη νίκη και τον Graham Hill να τερματίζει στη δεύτερη θέση.
Το 1968, η Lotus-Ford κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Οδηγών με τον Graham Hill, όσο και το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών. Επιπλέον, τόσο η Matra όσο και η McLaren, οι οποίες χρησιμοποιούσαν τον κινητήρα Ford, κατέκτησαν νίκες με τους Jackie Stewart και Bruce McLaren. Συνολικά, τα μονοθέσια με κινητήρα Ford επικράτησαν το 1968 σε 11 από τους 12 αγώνες της χρονιάς, τερματίζοντας στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.

Το 1969, οι κινητήρες Ford παρείχαν κίνηση στις Lotus, McLaren, Matra και Brabham, καθώς και σε αρκετές μικρότερες ιδιωτικές ομάδες. Το 1969, τα μονοθέσια με κινητήρες Ford κέρδισαν και τους 11 αγώνες της σεζόν, με τον Jackie Stewart να κατακτά το στέμμα, εμπρός από τους Jacky Ickx και Bruce McLaren. Η Matra-Ford Πρωταθλήτρια Κατασκευαστών, η Brabham-Ford δεύτερη, η Lotus-Ford τρίτη και η McLaren Ford τέταρτη
Το 1970, η Ford παρείχε μεταξύ άλλων τους κινητήρες της στις Tyrrell, McLaren, Team Surtees, Lotus και Brabham, σημειώνοντας νίκες σε 8 από τους 13 αγώνες της χρονιάς. O Jochen Rindt κατέκτησε με τραγικό τρόπο το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, έχοντας χάσει τη ζωή του στο Ιταλικό Grand Prix που πραγματοποιήθηκε στη Monza.
Για ακόμα μια φορά, η Ford κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών με τη Lotus, καθώς και την τρίτη θέση με τη March. Από τους πέντε κορυφαίους κατασκευαστές, οι τέσσερις χρησιμοποιούσαν κινητήρα της Ford.

Το 1971, η Ford παρείχε κινητήρες στις Lotus, March, Tyrrell, McLaren, Brabham και Surtees. Για άλλη μια φορά, ένα μονοθέσιο με κινητήρα Ford κατέκτησε το Πρωτάθλημα Οδηγών – δια χειρός Jackie Stewart. Συνολικά, τα μονοθέσια με κινητήρα Ford συγκέντρωσαν 7 νίκες στους 11 αγώνες εκείνης της σεζόν, καθώς και ένα ακόμη Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, αυτή τη φορά για λογαριασμό της Tyrrell
Το 1972, η Ford έδωσε κινητήρες στις Brabham, Lotus, March, McLaren, Tyrrell και Surtees για να πανηγυρίσει τη νίκη σε 10 από τους 12 αγώνες της χρονιάς. Το Πρωτάθλημα Οδηγών πήγε στον Emerson Fittipaldi και το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών στη Lotus-Ford, με την Tyrrell-Ford στη δεύτερη θέση και την McLaren-Ford στην τρίτη. Ήταν μια χρονιά απόλυτης κυριαρχίας.

Το 1973, οι μόνες ομάδες που δεν τροφοδοτούνταν με κινητήρες Ford ήταν οι Ferrari και BRM. Όλες οι υπόλοιπες χρησιμοποιούσαν τον DFV. Όπως αναμενόταν, τα μονοθέσια με κινητήρα Ford κατέκτησαν τη νίκη και στους 15 αγώνες της σεζόν. Ο Jackie Stewart (Tyrrell-Ford) στέφθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής, το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών να πηγαίνει στη Lotus-Ford. Οι ομάδες της Ford πλασαρίστηκαν στις πέντε πρώτες θέσεις της βαθμολογίας.

Το 1974, η πλειονότητα των μονοθεσίων χρησιμοποιούσε τους κινητήρες Ford. Αυτή τη φορά, η μπλε οβάλ εταιρεία κέρδισε 12 από τους 15 αγώνες, με τον Emerson Fittipaldi να κατακτά με τη McLaren-Ford τον δεύτερο τίτλο του. Η McLaren κατέκτησε επίσης το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, με 10 από τις 12 κορυφαίες ομάδες να εμπιστεύονται τη χρονιά εκείνη τους κινητήρες Ford.

Το 1975, η Ford κυριάρχησε και πάλι, κερδίζοντας τους 8 από τους 14 αγώνες. Ωστόσο, ήταν ο Niki Lauda και η Ferrari εκείνοι που κέρδισαν τα Πρωταθλήματα Οδηγών και Κατασκευαστών.
Το 1976, τα μονοθέσια με κινητήρα Ford κατέκτησαν τη νίκη τους 10 από τους 16 αγώνες της σεζόν, χαρίζοντας στον James Hunt το πρώτο του και μοναδικό Πρωτάθλημα Οδηγών με τα χρώματα της McLaren-Ford. Όμως, η oμάδα έχασε τον τίτλο στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών από τη Ferrari. Στον τελικό βαθμολογικό πίνακα εκείνης της χρονιάς, οι 10 από τους 13 κατασκευαστές χρησιμοποιούσαν κινητήρες Ford.

Το 1977, η Ford πανηγύρισε νίκες με διάφορα μονοθέσια και ομάδες σε 12 από τους 17 αγώνες, συμπεριλαμβανομένων των Wolf-Ford, Shadow-Ford, Lotus-Ford και McLaren-Ford. Ο Niki Lauda και η Ferrari όμως κατέκτησαν τα Πρωταθλήματα Οδηγών και Κατασκευαστών.
Το 1978, οι νίκες για τα μονοθέσια με κινητήρες Ford ανήλθαν σε 9 από σύνολο 16 αγώνων, με τον Mario Andretti και την Lotus-Ford να κατακτούν τους τίτλους.

Το 1979, οι νίκες ήταν 8 σε 15 αγώνες, με τα μονοθέσια των Ligier και Williams να συνεισφέρουν, μεταξύ άλλων, στη συγκομιδή. Ο Jody Scheckter στέφθηκε Πρωταθλητής για μοναδική φορά, με τη Ferrari την Πρωταθλήτρια Κατασκευαστών της σεζόν.
Το 1980 ήταν μια ακόμα κυρίαρχη χρονιά για τα μονοθέσια με κινητήρα Ford, τα οποία επικράτησαν σε 11 από τους 14 αγώνες εκείνης της σεζόν. Ο Alan Jones κατέκτησε τον μοναδικό του τίτλο, με τη Williams Ford, που στέφθηκε επίσης Πρωταθλήτρια Κατασκευαστών.

Το 1981 καταγράφηκαν 8 νίκες σε 15 αγώνες για τα μονοθέσια με κινητήρα Ford με τα χρώματα των Williams, Brabham και McLaren. Ο Nelson Piquet κατέκτησε τον πρώτο του τίτλο με την Brabham-Ford, ενώ η Williams-Ford απέσπασε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.

Το 1982, η νίκη σε μισούς από τους τους 16 αγώνες πήγαν σε μονοθέσια με κινητήρα Ford, συμπεριλαμβανομένων των McLaren, Brabham, Lotus, Williams και Tyrrell. Ο Keke Rosberg με την Williams-Ford κατέκτησε τον μοναδικό του τίτλο, ενώ η Ferrari ανακηρύχθηκε Πρωταθλήτρια Κατασκευαστών.

Το 1983 ήταν μια χρονιά με λιγότερες επιτυχίες για τη Ford, αφού έφερε μόνο 3 νίκες σε 15 αγώνες. Ο Nelson Piquet κατέκτησε τον δεύτερο τίτλο του με την Brabham BMW, ενώ η Ferrari επιβλήθηκε στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.
To 1984, έχοντας πλέον περάσει στην υπερτροφοδοτούμενη εποχή της F1, η Ford παρείχε τον μοναδικό ατμοσφαιρικό κινητήρα στο griid. Με την Tyrrell, οι κινητήρες της δεν κέρδισαν ούτε έναν αγώνα εκείνη τη χρονιά.
Το 1985 ήταν επίσης άκαρπη σεζόν από πλευράς νικών και ήταν επίσης η τελευταία για τον κινητήρα DFV της Ford στο πίσω μέρος του μονοθεσίου της Tyrrell.
Το 1986, ο κινητήρας Ford Cosworth GBA5 Turbo V6 πραγματοποιεί το ντεμπούτο του. Ωστόσο, η εξέλιξη του δεν ήταν τέτοια ώστε να αποσπάσει νίκες κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς στην οποία κυριάρχησαν οι Williams-Honda και McLaren-TAG Porsche.

Το 1987 επέστρεψαν ξανά οι ατμοσφαιρικοί κινητήρες για τη Ford, με τον DFZ5 V8 να βρίσκει θέση, μεταξύ άλλων, στο πίσω μέρος των Tyrrell και Benetton. Οι κινητήρες Ford απέσπασαν την 5η και 6η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, χωρίς να κερδίσουν σε κανέναν αγώνα εκείνηςτης σεζόν, στην οποία κυριάρχησε η Williams-Honda.
Τα μονοθέσια με κινητήρα Ford δεν κέρδισαν κανέναν αγώνα ούτε το 1988. Όμως, η Benetton-Ford τερμάτισε τρίτη στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών. Εν τω μεταξύ, η McLaren Honda κέρδισε τους 15 από τους 16 αγώνες της σεζόν
Το 1989, η Ford επέστρεψε στην κορυφή του βάθρου όταν ο Alessandro Nannini πήρε τη νίκη στο Ιαπωνικό Grand Prix με την Benetton. Τα μονοθέσια με κινητήρα Ford απέσπασαν την 4η και 5η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών με τις Benetton και Tyrrell, αντίστοιχα.

Το 1990, η Benetton-Ford γιόρτασε δύο νίκες με τον Nelson Piquet, ο οποίος απέσπασε την 3η θέση στο Πρωτάθλημα Οδηγών. Η ομάδα τερμάτισε επίσης στην τρίτη θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.
Το 1991, η Benetton-Ford του Nelson Piquet σημείωσε άλλη μία νίκη, στο GP Καναδά. Η ομάδα κατετάγη 4η στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, με την Jordan-Ford να ακολουθεί στην επόμενη θέση.
Το 1992, με την Benetton-Ford κατέκτησε την πρώτη του νίκη ο Michael Schumacher στο GP Βελγίου, αλλά ο Nigel Mansell με τη Williams-Renault ήταν αυτός που κατέκτησε τον τίτλο, τον μοναδικό στην καριέρα του στην F1. Η Benetton-Ford ολοκλήρωσε τη σεζόν στην 3η θέση του Πρωταθλήματος Κατασκευαστών, ενώ η Lotus-Ford πήρε την πέμπτη θέση.

Το 1993, η Ford προμήθευε με κινητήρες τις McLaren, Benetton και Minardi. Τα μονοθέσια με τους κινητήρες της, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των Ayrton Senna και Michael Schumacher, κέρδισαν 6 από τους 16 αγώνες εκείνη τη σεζόν. Ο Βραζιλιάνος ολοκλήρωσε τη σεζόν δεύτερος, πίσω από τον Alain Prost στο Πρωτάθλημα Οδηγών, ενώ η Williams-Renault κέρδισε την κόντρα απέναντι στη McLaren-Ford (δεύτερη) και Benetton Ford (τρίτη).

Το 1994, η Benetton-Ford, με οδηγό τον Michael Schumacher, επικράτησε στους μισούς από τους 16 αγώνες, χαρίζοντας στον Γερμανό πιλότο το πρώτο του Πρωτάθλημα Οδηγών έως τότε καριέρα του. Ωστόσο, η Benetton-Ford έχασε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών, το οποίο κατέληξε στα χέρια της Williams-Renault.

Το 1995, ο κινητήρας Ford δεν κατάφερε να διακριθεί παρέχοντας κίνηση στη Simtek-Ford (με τον Jos Verstappen οδηγό) όσο και τη Red Bull Sauber-Ford, η οποία ολοκλήρωσε τη χρονιά στην 7η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.

Το 1996, οι κινητήρες Ford τροφοδοτούσαν την Red Bull Sauber καθώς και τις Minardi και Forti.
Το 1997, την εμφάνισή της στην F1 έκανε η ομάδα του Jackie Stewart με την εργοστασιακή υποστήριξη της Ford F1 και οδηγούς τους Rubens Barichello και Jan Magnussen. Ο κινητήρας Ford τροφοδοτούσε και την Tyrrell του Jos Verstappen.
Το 1998, η εικόνα ήταν αντίστοιχη με την προηγούμενη χρονιά, με τους κινητήρες Ford να τροφοδοτούν τα μονοθέσια των Stewart, Tyrrell και Minardi.

Το 1999 η Stewart-Ford κατέκτησε τη μοναδική της νίκη στην τριετή πορεία της στη Formula 1, με τον Jonny Herbert να επικρατεί στο Ευρωπαϊκό Grand Prix (με τον team-mate του, Rubens Barrichello 3ο), ένα αποτέλεσμα που βοήθησε σημαντικά την ομάδα να πλασαριστεί στην τέταρτη θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.
Το 2000, η Ford αγόρασε την ομάδα της Stewart Grand Prix και τη μετονόμασε σε Jaguar Racing, με τους Eddie Irvine και Jonny Herbert να αναλαμβάνουν τα πηδάλια των μονοθεσίων. Η ομάδα δεν σημείωσε νίκες εκείνη τη χρονιά, τερματίζοντας στην ένατη θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.
Άκαρπο από πλευράς νικών ήταν και το 2001, με την Jaguar να ολοκληρώνει τη χρονιά στην 8η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.

Το 2002, η ομάδα της Jaguar τερμάτισε στην 7η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών.
Το 2003 σημειώθηκε η τελευταία νίκη ενός μονοθεσίου με κινητήρα Ford στην F1, όταν ο Giancarlo Fisichella επικράτησε στο Grand Prix της Βραζιλίας με την Jordan-Ford. Η ιρλανδική ομάδα τερμάτισε τη σεζόν στην 9η θέση, πίσω από την Jaguar, η οποία με τη σειρά της ολοκλήρωσε τη χρονιά στην 7η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών
Το 2004 ήταν η τελευταία σεζόν της Ford στην F1 με την Jaguar Racing, η οποία είχε ως πιλότους της τους Mark Webber και Christian Klien. Η ομάδα τερμάτισε στην 7η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών
Το 2005 πραγματοποιήθηκε η πώληση της ομάδας της Jaguar στη Red Bull, η οποία και συμμετείχε στην F1 με τους κινητήρες της μπλε οβάλ εταιρείας εκείνη τη σεζόν, τερματίζοντας στην 7η θέση στο Πρωτάθλημα Κατασκευαστών
To 2026 η Ford επιστρέφει δυναμικά στη Formula 1 εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή μέσα από τη στρατηγική συνεργασία της με την Red Bull Racing και Red Bull Powertrains.
Πρωταθλήματα Κατασκευαστών
- 1968 Gold Leaf Team Lotus – Lotus-Ford Cosworth
- 1969 Matra International – Matra-Ford Cosworth
- 1970 Gold Leaf Team Lotus – Lotus-Ford Cosworth
- 1971 Elf Team Tyrrell – Tyrrell-Ford Cosworth
- 1972 John Player Team Lotus – Lotus-Ford Cosworth
- 1973 John Player Team Lotus – Lotus-Ford Cosworth
- 1974 Marlboro Team Texaco – McLaren-Ford Cosworth
- 1978 John Player Team Lotus – Lotus-Ford Cosworth
- 1980 Albilad Williams Racing Team – Williams-Ford Cosworth
- 1981 Albilad Williams Racing Team – Williams-Ford Cosworth
Πρωταθλήματα Οδηγών
- 1968 Graham Hill – Lotus-Ford
- 1969 Jackie Stewart – Matra-Ford
- 1970 Jochen Rindt – Lotus-Ford
- 1971 Jackie Stewart – Lotus-Ford
- 1972 Emmerson Fittipaldi – Lotus-Ford
- 1973 Jackie Stewart – Lotus-Ford
- 1974 Emmerson Fittipaldi – McLaren-Ford
- 1976 James Hunt – McLaren-Ford
- 1978 Mario Andretti – Lotus-Ford
- 1980 Alan Jones – Williams-Ford
- 1981 Nelson Piquet – Brabham-Ford
- 1982 Keke Rosberg – Williams-Ford
- 1994 Michael Schumacher – Benetton-Ford
