Jack Brabham: O μοναδικός Πρωταθλητής της F1 με δικό του μονοθέσιο

Ο Jack Brabham θα παραμείνει για πάντα ο μοναδικός οδηγός στην ιστορία της Formula 1 που έχει κατακτήσει τον τίτλο στη Formula 1 με ένα μονοθέσιο που σχεδίασε και κατασκεύασε η δική του ομάδα.

Υπάρχουν πολλές σπουδαίες ιστορίες στην ιστορία της Formula 1, όμως ελάχιστες μπορούν να συγκριθούν με εκείνη του σερ Jack Brabham. Ο Αυστραλός κατέκτησε δύο παγκόσμιους τίτλους με την Cooper, το 1959 και το 1960, πριν πετύχει το 1966 κάτι που πιθανότατα δεν θα επαναληφθεί ποτέ: να στεφθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής οδηγώντας ένα μονοθέσιο που έφερε το δικό του όνομα.

Η μοναδικότητα αυτού του επιτεύγματος βρέθηκε στο επίκεντρο μιας συνάντησης στο Goodwood Revival, όπου ο γιος του, David Brabham, ο μηχανικός Nick Goozee και ο 9 φορές νικητής Grand Prix Mark Webber μίλησαν για τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο σε αυτό το ντοκιμαντέρ, έχοντας δίπλα τους την Brabham BT20, το μονοθέσιο που αγωνίστηκε στο Πρωτάθλημα του 1966.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1966 Dutch GP (1)

Η πορεία του Jack Brabham προς την κορυφή ξεκίνησε από την Αυστραλία, όπου αγωνιζόταν σε χωμάτινες οβάλ πίστες. Η μετάβαση στην Ευρώπη ήταν ένα τεράστιο βήμα. Έφτασε στη Βρετανία έχοντας να διανύσει κυριολεκτικά ολόκληρο τον κόσμο, σε μια εποχή που ένα ταξίδι από την Αυστραλία μπορούσε να διαρκέσει 58 ώρες.

Ο Brabham δεν φοβήθηκε ποτέ τις προκλήσεις. Συνεργάστηκε με τον John Cooper και ξεκίνησε από χαμηλά, οδηγώντας φορτηγά, δουλεύοντας ως μηχανικός και σταδιακά κερδίζοντας την ευκαιρία να οδηγήσει το μονοθέσιο της ομάδας. Το μεγάλο του πλεονέκτημα ήταν ότι μπορούσε να συνδυάσει την ταχύτητα ενός οδηγού με τις γνώσεις μηχανολόγου και σχεδιαστή.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1966 Dutch GP (2)

Στην Cooper συνέβαλε αποφασιστικά στην τοποθέτηση του κινητήρα πίσω από τον οδηγό, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, αλλά και στην αξιοπιστία: ο πρώτος του τίτλος, το 1959 ήρθε επειδή χρησιμοποιούσε ένα τροποποιημένο κιβώτιο ταχυτήτων της Citroen, ενώ ο θρυλικός Stirling Moss, αντιμετώπισε περισσότερα προβλήματα με το κιβώτιο της ιταλικής Colotti, γεγονός που έκρινε την τελική έκβαση της σεζόν, υπέρ του Αυστραλού.

F1 Jack Brabham (Cooper) 1960 Dutch GP

Ο Brabham, όμως, δεν ήθελε να παραμείνει απλώς οδηγός και υπάλληλος μιας άλλης εταιρείας. Μαζί με τον σχεδιαστή Ron Tauranac δημιούργησε τη δική του ομάδα, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο. Η Brabham ξεκίνησε με περιορισμένους πόρους, αλλά μέσω της πώλησης των μονοθεσίων της για μικρότερες κατηγορίες, εξελίχθηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους κατασκευαστές αγωνιστικών αυτοκινήτων στον κόσμο. Η ομάδα έφτασε να κατασκευάζει 50 έως 100 αυτοκίνητα ετησίως, για πολλαπλές κατηγορίες.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1964 Dutch GP

Το 1966 ήρθε η στιγμή που έκανε τον Brabham μοναδικό. Μετά την αλλαγή των κανονισμών από τους κινητήρες 1,5 λίτρου στους 3λιτρους, πολλές ομάδες στράφηκαν σε πιο σύνθετες λύσεις, όπως οι V12 της Ferrari και ο H16 της BRM, που δεν λειτούργησε ποτέ σωστά. Ο Brabham και ο Tauranac επέλεξαν διαφορετικό δρόμο, συνεργαζόμενοι με την αυστραλιανή Repco για την εξέλιξη ενός αξιόπιστου V8, που βασίστηκε στο αλουμινένιο μπλοκ του Oldsmobile F-85. Παρά τα αρχικά προβλήματα, η επιλογή δικαιώθηκε.

Ο Brabham κατέκτησε το 1966 τη νίκη σε τέσσερα συνεχόμενα Grand Prix (Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ολλανδίας και Γερμανίας), μεταξύ άλλων κυριαρχώντας στο Brands Hatch, όπου η Brabham έκανε το «1-2» με τον Νεοζηλανδό Denny Hulme να ακολουθεί. Με τις νίκες αυτές ουσιαστικά εξασφάλισε τον τίτλο του 1966 στο GP Ιταλίας, δύο αγώνες πριν από την ολοκλήρωση της αγωνιστικής σεζόν, που περιλάμβανε τότε μόλις 9 αγώνες.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1966 Dutch GP (3)

Η επιτυχία συνεχίστηκε το 1967, όταν ο Denny Hulme κατέκτησε το Πρωτάθλημα με την Brabham BT24, εξέλιξη της BT20. Η επιμονή του Jack Brabham να χρησιμοποιεί καινούργιες εξελίξεις στο δικό του μονοθέσιο, οι οποίες δεν είχαν αποδείξει την αξιοπιστία τους ακόμη, οδήγησε σε αρκετές εγκαταλείψεις, με τον Hulme να βρίσκεται συνήθως εκεί για να πάρει τα αποτελέσματα που χρειαζόταν. Ο συνδυασμός Brabham, Tauranac και Repco απέδειξε ότι μια ομάδα με αυστραλιανές ρίζες μπορούσε να νικήσει τους ισχυρότερους Ευρωπαίους κατασκευαστές.

Η Brabham εκείνης της εποχής ήταν ένας κόσμος εντελώς διαφορετικός από τη σύγχρονη Formula 1. Τα αυτοκίνητα ήταν ελαφριά, απλά και εξαιρετικά επικίνδυνα, με σωληνωτά πλαίσια, εκτεθειμένα ρεζερβουάρ καυσίμου και ελάχιστα μέτρα προστασίας. Δεν υπήρχαν ζώνες ασφαλείας, ενώ πίστες όπως το Spa περιλάμβαναν δέντρα, χαντάκια και σχεδόν καμία προστασία.

Ο Nick Goozee, που ξεκίνησε στην Brabham ως μαθητευόμενος και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1974, θυμάται έναν άνθρωπο με ελάχιστα λόγια αλλά έντονη παρουσία. Ο Brabham δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για πανηγυρισμούς. Ακόμη και μετά τις νίκες, η ομάδα επέστρεφε στο εργαστήριο και συνέχιζε κανονικά τη δουλειά. Μετά την κατάκτηση του Πρωταθλήματος προσφέρθηκαν στους εργαζόμενους σάντουιτς και λίγες μπίρες, πριν όλοι επιστρέψουν στη δουλειά.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1967 Dutch GP.jpg

Δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο επίσης, ότι δύο team-mate του Jack Brabham, κατέληξαν να δημιουργήσουν τη δική τους ομάδα. Ο ένας εξ αυτών ήταν ο Αμερικανός Dan Gurney, ένας από τους καλύτερους οδηγούς της δεκαετίας του 1960, ο οποίος μάλιστα κατέκτησε τις δύο πρώτες νίκες της Brabham στη Formula 1 το 1964 (στα GP Γαλλίας και Μεξικού) και ίδρυσε μετά την All American Racing, που αγωνιζόταν με τα μονοθέσια που έφεραν την ονομασία Eagle και τους αμερικανικούς κινητήρες Weslake. Πέραν από πολλές επιτυχίες σε αγώνες της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού, ο Gurney κατάφερε να κατακτήσει και μία νίκη στη Formula 1 με τη δική του ομάδα, στο GP Βελγίου του 1967.

Ο άλλος, ήταν ένας νεαρός Νεοζηλανδός, τον οποίο ο Jack Brabham βοήθησε να έρθει στην Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, καθώς τον πρότεινε στην ομάδα της Cooper. Αυτός ο οδηγός θα διατηρούσε το ρεκόρ του νεότερου νικητή ενός Grand Prix της Formula 1 για 44 χρόνια, μέχρι να το καταρρίψει το 2003 ο Fernando Alonso. Το όνομα αυτού του Νεοζηλανδού, σήμερα είναι γνωστό σε ολόκληρο τον πλανήτη, καθώς επρόκειτο για τον Bruce McLaren, τον άνθρωπο που ίδρυσε την ομώνυμη ομάδα το Σεπτέμβριο του 1963.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1967 British GP

Ο Brabham παρέμεινε ανταγωνιστικός μέχρι το τέλος της αγωνιστικής του καριέρας. Το 1970, στα 44 του χρόνια, κυνήγησε ακόμη έναν τίτλο. Κατέκτησε τη νίκη στον πρώτο αγώνα της σεζόν, το GP Νότιας Αφρικής, ενώ στο Μονακό, έχασε τη νίκη στην τελευταία στροφή, επειδή είχε μείνει ξάγρυπνος όλο το βράδυ επισκευάζοντας τον κινητήρα του. Στο Brands Hatch έμεινε από καύσιμο στον τελευταίο γύρο ενώ ήταν επικεφαλής. Ο Goozée αποκάλυψε χρόνια αργότερα ότι το λάθος ήταν δικό του, καθώς δεν είχε ρυθμίσει σωστά τη μονάδα μέτρησης καυσίμου. Αν ο Brabham είχε κερδίσει αυτούς τους δύο αγώνες, θα είχε κατακτήσει τον τέταρτο παγκόσμιο τίτλο του.

Το 1970 ήταν και η χρονιά που τον οδήγησε στην απόφαση να αποχωρήσει. Η απώλεια των Bruce McLaren και Jochen Rindt, ανθρώπων με τους οποίους ήταν ιδιαίτερα κοντά, φαίνεται πως αποτέλεσε σημείο καμπής. Στο τέλος της χρονιάς αποσύρθηκε, λόγω των ανησυχιών της οικογένειάς του και όχι επειδή το ήθελε πραγματικά, καθώς πίστευε ότι μπορούσε να συνεχίσει για τουλάχιστον άλλη μία χρονιά.

F1 Jack Brabham (Brabham) 1969 Race of Champions

Ακόμη και δεκαετίες αργότερα, η αγωνιστική του φύση δεν είχε αλλάξει. Στο Goodwood Revival συνέχιζε να μάχεται σαν να βρισκόταν στο 1966, χωρίς να χαρίζει ούτε εκατοστό. Σε ένα ατύχημα το 1999 με τον Jackie Oliver, υπέστη τα σοβαρότερα τραύματα της ζωής του, με σπασμένα πλευρά, τραυματισμό στο μάτι και κάταγμα στη σπλήνα.

Για τον Mark Webber, που παραδέχεται ότι δεν θα είχε γίνει οδηγός αγώνων αν δεν υπήρχε ο Jack Brabham, η σημαντικότερη κληρονομιά του συμπατριώτη του ήταν η νοοτροπία του: επιμονή, αποφασιστικότητα, τεχνική σκέψη και η άρνηση να τα παρατήσει.

Google News icon
Ακολουθήστε το MotorOne.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη ενημέρωση!