Renault Clio: Ήταν 1990 όταν η πρώτη γενιά του γαλλικού supermini εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην γκάμα της Renault. Επρόκειτο για ένα μοντέλο το οποίο ακολούθησε μια λαμπρή πορεία, με σχεδόν 17 εκατομμύρια πωλήσεις στα τέλη του 2025, σε συνολικά 5 γενιές.
Η 6η γενιά του Clio ξεκινά και επίσημα την πορεία της στην ελληνική αγορά, με στόχο να προσαρμοστεί στις δύσκολες συνθήκες της κατηγορίας των supermini. Μια κατηγορία η οποία τα τελευταία χρόνια συρρικνώνεται, καθώς τα B-SUV κερδίζουν το αγοραστικό κοινό, κατακτώντας μάλιστα και την πρώτη θέση στις ταξινομήσεις του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΣΕΑΑ.
Η Renault φροντίζει φυσικά να παρέχει πληθώρα επιλογών, τόσο σε supermini όσο και σε B-SUV. Οι αγοραστές που προτιμούν ηλεκτρικά μοντέλα μπορούν να στραφούν προς τα Renault 5 και 4 (το πρώτο σύντομα θα διατίθεται στην ελληνική αγορά και με λειτουργία «One Pedal»), όμως το Clio έρχεται να ικανοποιήσει τον αγοραστή που δε θέλει ακόμα να στραφεί στην ηλεκτροκίνηση και προτιμά μια πιο ασφαλή επιλογή, με βενζινοκίνητα, υβριδικά και – σύντομα – και με bi-fuel κινητήρια σύνολα (βενζίνης-LPG).
H «Μούσα» του μέλλοντος
Το Clio πήρε το όνομά του από την Κλειώ, μία από τις εννέα Μούσες της ελληνικής μυθολογίας και προστάτιδα της ιστορίας. Εν προκειμένω όμως η νέα «Μούσα» μάλλον κοιτά περισσότερο προς το μέλλον, παρά προς το παρελθόν, καθώς σχεδιαστικά δεν θυμίζει καμία από τις προηγούμενες γενιές του μοντέλου.
Ξεχωρίζει η εκφραστική μάσκα, η οποία διακοσμείται από μικρούς ρόμβους σε διαβαθμισμένες αποχρώσεις. Οι χαρακτηριστικές γραμμές του καπό με τον μακρύ πρόβολο συγκλίνουν προς την μάσκα, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας δυναμικής εικόνας.
Η νέα φωτιστική υπογραφή με το διαπεραστικό «βλέμμα» των αιωρούμενων προβολέων με μαύρο μασκάρισμα, τα LED ημέρας σε σχήμα μισού ρόμβου σε κάθε πλευρά, τα μαύρα φρύδια περιμετρικά των θόλων και οι τροχοί 18 ιντσών στην κορυφαία έκδοση esprit alpine (16 ιντσών στην βασική evolution, 17 ιντσών στην ενδιάμεση techno) το κάνουν να ξεχωρίζει ως ένα μοντέρνο αυτοκίνητο με μυώδεις διαστάσεις. Στο πίσω μέρος τα τέσσερα ξεχωριστά πίσω φώτα είναι επίσης ολοκαίνουργια και τονίζονται ιδιαίτερα από τις νέες αποχρώσεις Absolute Red και Absolute Green του λανσαρίσματος.

Το συνολικά αθλητικό στυλ του Renault Clio ενισχύεται από τις γενναιόδωρες διαστάσεις του. Σε σχέση με την προηγούμενη γενιά το μήκος αυξήθηκε από 4,05 σε 4,12 μέτρα και το πλάτος από 1,73 σε 1,77 μέτρα. Σε συνδυασμό με το μακρύτερο καπό, τις καμουφλαρισμένες πίσω χειρολαβές των θυρών και την γραμμή της οροφής που έχει κλίση προς τα πίσω, το Clio έρχεται επάξια να τοποθετηθεί στην λίστα με τα πιο καλαίσθητα supermini που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην παραγωγή.
Ο εσωτερικός διάκοσμος αποσπά επίσης θετικά σχόλια. Σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά έχει ανασχεδιαστεί πλήρως και υιοθετεί στοιχεία από το ηλεκτρικό Renault 5, με δύο οθόνες 10,1 ιντσών – μία για τον οδηγό και μία για το infotainment – οι οποίες «τρέχουν» το πιο πρόσφατο λογισμικό OpenR Link, ενσωματώνοντας το λειτουργικό σύστημα της Google. Μελλοντικά το Gemini, ένας βοηθός τεχνητής νοημοσύνης από την Google, θα είναι διαθέσιμο σε όλα τα αυτοκίνητα Renault που είναι εξοπλισμένα με OpenR Link, αντικαθιστώντας το Google Assistant.

Φυσικά, το Clio προσφέρει ασύρματη συνδεσιμότητα Apple CarPlay και Android Auto, ενώ ανάλογα με το εξοπλιστικό επίπεδο διατίθεται και βάση ασύρματης φόρτισης, καθώς και πολλές θύρες USB-C. Υπάρχουν συνολικά 29 συστήματα υποβοήθησης οδήγησης (ADAS), μεταξύ των οποίων ενεργό cruise control, αυτόματο φρενάρισμα οπισθοπορείας, ειδοποίηση εξόδου επιβατών και κάμερα 360 μοιρών.
Το ταμπλό στην πλευρά του συνοδηγού διαθέτει επένδυση ανάλογα με την έκδοση και ατμοσφαιρικό LED φωτισμό (48 διαθέσιμες επιλογές). Στην κορυφαία έκδοση esprit alpine, το φινίρισμα είναι από Alcantara αντί για ύφασμα, με φινίρισμα «spectral titanium» στα δύο άκρα του ταμπλό, που θυμίζει την απόχρωση που κερδίζει από τις θερμοκρασίες μια ανοξείδωτη εξάτμιση σπορ αυτοκινήτου.
Ο επιλογέας των ταχυτήτων για το αυτόματο κιβώτιο βρίσκεται πάνω από το δεξί χειριστήριο για τους υαλοκαθαριστήρες και χρειάζεται έναν μικρό χρόνο προσαρμογής – ειδικά σε μανούβρες. Όμως η τοποθέτησή του σε αυτό το σημείο απελευθερώνει σημαντικό χώρο στην κεντρική κονσόλα, ο οποίος περιλαμβάνει και μαλακό πτυσσόμενο καπάκι.

Οι χώροι στα πίσω καθίσματα είναι επαρκέστατοι, κάτι το οποίο ενισχύεται και από το αυξημένο κατά 0,8 εκατοστά μεταξόνιο, που ξεκλειδώνει μερικά ακόμη εκατοστά για τα γόνατα των επιβατών. Ακόμη και με επιβάτες ύψους 1,80 μέτρων στα μπροστινά καθίσματα, δύο ενήλικες θα βολευτούν στα πίσω καθίσματα χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και μόνο η προσθήκη τρίτου ατόμου θα δημιουργήσει ίσως μερικά ζητήματα άνεσης.
Ο χώρος αποθήκευσης του πορτμπαγκάζ φτάνει τα 391 λίτρα, με την Renault να αναφέρει ότι επανασχεδίασε το κατώφλι φόρτωσης, ώστε να είναι χαμηλό (4 εκατοστά πιο κάτω σε σχέση με την προηγούμενη γενιά) για εύκολη πρόσβαση. Οι υβριδικές εκδόσεις περιορίζονται στα 309 λίτρα αποθηκευτικού χώρου, λόγω του όγκου που αναγκαστικά καταλαμβάνει το σύστημα κίνησης.

Στον δρόμο
Το νέο Clio θα διατίθεται σε τρεις εκδόσεις, με την ισχυρότερη να είναι η full hybrid Ε-Tech, την οποία και οδηγήσαμε επί ελληνικού εδάφους. Πρόκειται για ένα γνώριμο κινητήριο σύνολο, που απαρτίζεται από 4κύλινδρο βενζινοκινητήρα 1,8 λίτρων, ίδιο με αυτό που συναντάμε στα νέα Symbioz και Captur. O κινητήρας εσωτερικής καύσης υποστηρίζεται από δύο ηλεκτροκινητήρες και συνολικά αποδίδουν 160 ίππους με αυξημένη ροπή κατά 22 Nm (θερμικός 172 Nm και ηλεκτροκινητήρας 205 Nm). Η ισχύς περνά στον δρόμο χάρη σε ένα έξυπνο πολυλειτουργικό κιβώτιο ταχυτήτων, χωρίς συμπλέκτη, με 15 συνολικά λειτουργίες.

Η αυξημένη χωρητικότητα στη μπαταρία (από 1,2 σε 1,4 kWh) επιτρέπει μεγαλύτερη εμπλοκή των ηλεκτροκινητήρων και, χάρη στην έξυπνη διαχείριση του βενζινοκινητήρα με άμεσο ψεκασμό και λειτουργία σε κύκλο Atkinson, η κατανάλωση περιορίζεται στα 3,9 λίτρα/100 χλμ. κατά WLTP. Νούμερο μάλιστα που μπορεί εύκολα να πετύχει κανείς, με ελάχιστη προσπάθεια.

Στη βάση της γκάμας βρίσκεται μια κλασική έκδοση κινητήρα βενζίνης, με 3κύλινδρο 1.2 TCe που αποδίδει 115 ίππους και 190 Nm ροπής, που συνδυάζεται με 6άρι χειροκίνητο ή επίσης 6άρι αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη. Από τον Μάιο του 2026 θα μπει στην παραγωγή και ο 1.2 ECO-G των 120 ίππων και 200 Nm ροπής, συμπληρώνοντας τη γκάμα με εκδόσεις διπλού καυσίμου (βενζίνη και LPG). Το εν λόγω σύνολο θα συνεργάζεται αποκλειστικά με 6άρι αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων διπλού συμπλέκτη (EDC), ενώ χάρη στη μεγαλύτερη δεξαμενή LPG χωρητικότητας 50 λίτρων (έναντι 32 λίτρων), θα μπορεί, σύμφωνα με την Renault, να διανύσει έως και 1.450 χιλιόμετρα χωρίς ανεφοδιασμό.

Από τα πρώτα κιόλας μέτρα το Renault Clio καταφέρνει να δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις. Ο full hybrid κινητήρας προσφέρει πολύ καλές επιταχύνσεις (0-100 χλμ./ώρα σε 8,3 δευτερόλεπτα) δίνοντας έτσι μια δυναμική αίσθηση. Η ρύθμιση της ανάρτησης είναι επίσης εξαιρετική, προσφέροντας μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στην άνεση και την επικοινωνία με τον δρόμο. Μάλιστα, στο ταλαιπωρημένο ελληνικό οδικό δίκτυο, οι ανωμαλίες απορροφώνται με υποδειγματικό τρόπο, παρά τους τροχούς 18 ιντσών με τα ελαστικά χαμηλού προφίλ.

Η οδηγική συμπεριφορά του Clio συγκαταλέγεται επίσης στα θετικά. Πρόκειται για ένα ευθύβολο αυτοκίνητο, με στιβαρό πλαίσιο και αποτελεσματικό έλεγχο του αμαξώματος. Τα bucket καθίσματα – στάνταρ σε όλες τις εκδόσεις – υποστηρίζουν οδηγό και συνοδηγό χωρίς να είναι υπερβολικά σκληρά, ενώ το τιμόνι παρέχει την απαραίτητη πληροφόρηση χωρίς να είναι δύσκολο στον χειρισμό του. Η ποιότητα κύλισης είναι επίσης αναβαθμισμένη, όπως και η ηχομόνωση, με ελάχιστους αεροδυναμικούς θορύβους εντός του χώρου επιβατών, κάτω από τα 110 χλμ./ώρα. Σε αυτό φυσικά συμβάλλει και ο βελτιωμένος συντελεστής αεροδυναμικής (Cd: 0,30 από 0,32).
Τελικά;
Είναι πολύ λίγα τα περίπου 100 χιλιόμετρα διαδρομής για να αποκτήσεις μια πλήρη εικόνα της καθημερινότητας με το Renault Clio 6ης γενιάς. Ειδικά μάλιστα, όταν το ολοκαίνουργιο supermini έρχεται με ένα τόσο πλήρες πακέτο. Πρόκειται για ένα γουστόζικο, καλαίσθητο, τεχνολογικά προηγμένο και αποδοτικό supermini, το οποίο, με αρχική τιμή εκκίνησης τα 20.900 ευρώ για την ελληνική αγορά, περιμένουμε να διαγράψει μια επιτυχημένη πορεία, όπως και οι προκάτοχοί του.











