Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα αυτοκίνητα στην ένδοξη ιστορία της Ferrari, η 275 GTB/4, σβήνει 60 κεράκια. Χρόνια πολλά, Berlinetta με το μακρύ ρύγχος και τον V12 κινητήρα που περιστρεφόταν στις 8.000 σ.α.λ. αποδίδοντας 300 ίππους. Ο ιταλικός όρος «Berlinetta» περιγράφει το σχεδιασμό ενός δίθυρου σπορ coupe. Παρουσιάστηκε στην Έκθεση Αυτοκινήτου του Παρισιού το 1966 και ήταν η πρώτη Ferrari παραγωγής εξοπλισμένη με V12 με τέσσερις εκκεντροφόρους επικεφαλής, που είχε δοκιμαστεί την προηγούμενη σεζόν στο αγωνιστικό πρωτότυπο, τη Ferrari 275 P2.
Για πολλούς είναι ένα αριστούργημα, για άλλους πρέπει να κριθεί με μεγαλύτερη προσοχή. Για όλους, η οικογένεια των 275 GTB ήταν μια από τις πιο σημαντικές για τη Ferrari, καθώς με αυτήν παρουσιάστηκαν ουσιαστικές μηχανικές αλλαγές. Είναι ένα GT που για κάποιους σηματοδοτεί το τέλος των «πρώιμων» σπορ αυτοκινήτων του Maranello, εκείνων που ναι, ήταν γρήγορα, αλλά είχαν και πολλά ελαττώματα.
Οι σημαντικές καινοτομίες ξεκινούν από το όνομα, το οποίο, για πρώτη φορά, ενσωματώνει επίσημα στο ακρωνύμιο «B» για τον όρο Berlinetta και στον αριθμό 275, για τη χωρητικότητα του κάθε κυλίνδρου μιας νέας γενιάς κινητήρων, μεγαλύτερων και πιο εξελιγμένων από τους 12κυλίνδρους Tipo 250. Επιπλέον, για πρώτη φορά, κάνουν το ντεμπούτο τους σε μια Ferrari για χρήση στο δρόμο οι ανεξάρτητη πίσω ανάρτηση, το κιβώτιο πέντε ταχυτήτων -ενσωματωμένο στο διαφορικό- και οι τροχοί από ελαφρύ κράμα.
Όπως και η έκδοση με δύο εκκεντροφόρους που παρουσιάστηκε το 1964, η GTB/4 αντλεί πολλά στοιχεία από τον κόσμο των αγώνων. Ο σχεδιασμός των αναρτήσεων με διπλά ψαλίδια, ρυθμιζόμενα αμορτισέρ και ομοαξονικά ελατήρια, είχε υιοθετηθεί από τα αγωνιστικά αυτοκίνητα της Ferrari λίγο καιρό πριν. Το όμορφο σχέδιο των τροχών από ελαφρύ κράμα με ορθογώνια παράθυρα, αντίθετα, θυμίζει αυτό της αγωνιστικής 275 P2.
Ωστόσο, η πιο πρωτοποριακή λύση παραμένει το κιβώτιο ταχυτήτων σε συνδυασμό με το διαφορικό, το οποίο είχε ήδη υιοθετηθεί στις αγωνιστικές 375 Plus και 500 Mondial της δεκαετίας του 1950 με σκοπό την κατανομή μέρους του βάρους στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Στην GTB/4, ο κινητήρας και το κιβώτιο ταχυτήτων είναι ενιαία, στερεωμένα στα δύο άκρα ενός μεγάλου χαλύβδινου σωλήνα, στο εσωτερικό του οποίου περιστρέφεται ο άξονας μετάδοσης.
Το σύνολο συμπεριφέρεται ως μια ενιαία μάζα, και αποτελούσε έναν καλό συμβιβασμό μεταξύ άνεσης και οδικής συμπεριφοράς, τόσο ώστε να υιοθετηθεί και από άλλους κατασκευαστές όπως η Porsche, η οποία μετονόμασε το σχεδιασμό σε Transaxle.
Το αμάξωμα της πρώτης έκδοσης του αυτοκινήτου (δηλαδή της 275 GTB) έχει μια εμφάνιση που θυμίζει εν μέρει εκείνη της 250 GTO. Ο Battista Pininfarina, μαέστρος στη μετατροπή μιας απλής ιδέας σε μια ευχάριστη στο μάτι μορφή, δημιούργησε έντονες γραμμές, κατόπιν προτροπής του ίδιου του Enzo Ferrari, ο οποίος είχε πει για την προηγούμενη 250 GTL: «Ίσως υπερβολικά κομψή για να είναι μια Ferrari».
Ο Pininfarina πέτυχε τον στόχο του με την GTB, σχεδιάζοντας ψηλά και φουσκωμένα πλαϊνά, έντονα σημαδεμένα από αεραγωγούς στους προφυλακτήρες και τις πίσω κολόνες. Το πολύ καμπύλο παρμπρίζ και τα φώτα είναι στοιχεία που το χαρακτηρίζουν έντονα.
Μετά από μόλις ένα χρόνο, η Βerlinetta υποβλήθηκε σε ένα ελαφρύ facelift. Η πιο σημαντική αλλαγή αφορά το μπροστινό μέρος, όπου επιλέγεται ένα μακρύτερο και πιο λεπτό ρύγχος με σχεδόν επίπεδο καπό.
Στην ορολογία της Ferrari, οι δύο εκδόσεις ονομάζονται «naso corto» και «naso lungo», για κοντό και μακρύ ρύγχος, αντίστοιχα. Η κατασκευή του αμαξώματος ανατέθηκε στη Scaglietti: αμάξωμα συνήθως από χάλυβα με πόρτες και καπό από αλουμίνιο, εγκατεστημένο σε σωληνωτό πλαίσιο 2,4 μέτρων.
Η Ferrari 275 GTB/4 είχε επίσης και εκτεταμένη κινηματογραφική παρουσία, καθώς ο Yves Montand, o πρωταγωνιστής της περίφημης ταινίας ταινία «Grand Prix» (σε σκηνοθεσία John Frankenheimer), όπου υποδύεται τον ρόλο του πιλότου Jean-Pierre Sarti, τη χρησιμοποίησε στα γυρίσματα. Επίσης, ήταν ένα από τα αγαπημένα αυτοκίνητα του Steve McQueen.










